Γράφει: Ο Δημήτρης Απόκης*
Το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο σαν αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών
Η κύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης δεν είναι απλώς διπλωματική ήττα. Είναι η πιο ωμή, η πιο αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη οδηγεί τη χώρα σε συστηματική υποχώρηση, σε παραίτηση από κυριαρχικά δικαιώματα και σε αποδοχή τετελεσμένων που η Τουρκία επιβάλλει με θράσος και μεθοδικότητα.
Το τουρκολυβικό μνημόνιο, που παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, αγνοεί την ύπαρξη της Κρήτης και των ελληνικών νησιών και δημιουργεί μια τεχνητή τουρκική «γέφυρα» προς τη Λιβύη, απέκτησε πλέον και κοινοβουλευτική επικύρωση από το ανατολικό τμήμα της Λιβύης.

Η Άγκυρα κέρδισε ένα ακόμη στρατηγικό σημείο χωρίς να κουνήσει το δάχτυλό της. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη απλά παρακολουθεί.
Αυτή η εξέλιξη δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν το προβλέψιμο αποτέλεσμα μιας πολιτικής κατευνασμού και υπόκλισης που έχει αναχθεί σε επίσημο δόγμα.
- Η κυβέρνηση επέλεξε τον «διάλογο» με έναν αναθεωρητή που δεν αναγνωρίζει κυριαρχία σε ελληνικά νησιά, που διατηρεί casus belli, που αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάνης και που χρησιμοποιεί κάθε κρίση στη Λιβύη για να διευρύνει την επιρροή του.
Αντί να οικοδομήσει ένα ισχυρό δίκτυο αποτροπής και συμμαχιών που θα καθιστούσε αδύνατη την επικύρωση τέτοιου μνημονίου, προτίμησε τις «ήρεμες σχέσεις», τις συναντήσεις χωρίς ουσία και τις διαβεβαιώσεις ότι «η κατάσταση είναι υπό έλεγχο».
Το αποτέλεσμα είναι η Λιβύη να νομιμοποιεί εσωτερικά μια συμφωνία που η Ελλάδα θεωρεί άκυρη, ενώ η Τουρκία αποκτά επιπλέον πολιτικό και διπλωματικό οχυρό στην Ανατολική Μεσόγειο.
- Στο επίκεντρο αυτής της αποτυχίας βρίσκεται ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης. Ο άνθρωπος που παρουσιάστηκε ως ο αρχιτέκτονας της νέας εποχής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις έχει αποδειχθεί ανίκανος και αποτυχημένος. Οι διαβεβαιώσεις του ότι η Αθήνα ελέγχει τις εξελίξεις στη Λιβύη κατέρρευσαν εντός ωρών.

Η πολιτική του «καλού κλίματος» δεν απέτρεψε τίποτα. Αντίθετα, έδωσε στην Τουρκία τον χρόνο και τον χώρο να κινηθεί. Η απαίτηση για την άμεση αποπομπή του δεν είναι ζήτημα προσωπικής αντιπάθειας.
Είναι ζήτημα στοιχειώδους λογοδοσίας. Όταν ένας υπουργός Εξωτερικών αποτυγχάνει επανειλημμένα να προστατεύσει βασικά εθνικά συμφέροντα και η κυβέρνηση συνεχίζει να τον καλύπτει, τότε η ευθύνη μεταφέρεται ακέραια στον πρωθυπουργό.
- Η πολιτική κατευνασμού και υπόκλισης δεν είναι απλώς αναποτελεσματική. Είναι επικίνδυνη για την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας. Κάθε υποχώρηση, κάθε σιωπή, κάθε «διαχειριστική» στάση απέναντι σε τουρκικές κινήσεις ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως αδυναμία και ενθαρρύνει το επόμενο βήμα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν αφορά μόνο θαλάσσιες ζώνες. Αφορά την προβολή ισχύος της Τουρκίας σε μια περιοχή όπου η Ελλάδα έχει ζωτικά συμφέροντα, αφορά την ενέργεια, αφορά τις μεταναστευτικές ροές που ήδη στοχεύουν την Κρήτη και αφορά το ευρύτερο γεωπολιτικό ισοζύγιο. Μια χώρα που αποδέχεται σταδιακά τετελεσμένα χάνει τη δυνατότητα να τα ανατρέψει αργότερα.
- Ιδιαίτερα βαριά είναι η υπενθύμιση της διαγραφής του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά. Ο άνθρωπος που, μέσα από το ίδιο το κυβερνών κόμμα, προειδοποιούσε σταθερά και δημόσια για τους κινδύνους της πολιτικής κατευνασμού, που χαρακτήριζε την πολιτική έναντι της Τουρκίας μειοδοτική και που ζητούσε την απομάκρυνση του Γεραπετρίτη, διαγράφηκε.
Δεν διαγράφηκε επειδή έσφαλλε. Διαγράφηκε επειδή είχε δίκιο και το έλεγε.
Σήμερα, με την κύρωση του μνημονίου, η προειδοποίησή του για ακριβώς αυτή την εθνική ήττα επιβεβαιώνεται πλήρως. Η διαγραφή του δεν ήταν απλώς εσωκομματική πειθαρχία.
Ήταν η προσπάθεια να φιμωθεί η μοναδική ισχυρή φωνή μέσα στη Νέα Δημοκρατία που αρνούνταν να αποδεχθεί την πολιτική της υποχώρησης. Το αποτέλεσμα είναι μια κυβέρνηση που έχει απομονώσει την κριτική σκέψη και έχει μείνει εκτεθειμένη στις συνέπειες των επιλογών της.
Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν πραγματικό και άμεσο κίνδυνο. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, με την πολιτική κατευνασμού, την ανοχή σε τετελεσμένα και την άρνηση να αναλάβει ευθύνες, έχει δημιουργήσει συνθήκες που επιτρέπουν στην Τουρκία να διευρύνει συστηματικά την επιρροή της σε βάρος ελληνικών συμφερόντων.
- Η κύρωση στη Λιβύη δεν είναι το τέλος. Είναι ένα ακόμη βήμα. Αν συνεχιστεί η ίδια πορεία —η ίδια αδράνεια, η ίδια πίστη σε «διάλογο» χωρίς προϋποθέσεις, η ίδια προστασία αποτυχημένων χειρισμών— οι επόμενες εξελίξεις θα είναι ακόμα πιο δυσμενείς.
Η εθνική ασφάλεια δεν είναι διαχειριστικό θέμα. Είναι ζήτημα επιβίωσης κυριαρχίας και δικαιωμάτων. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει αποδείξει ότι δεν είναι σε θέση να το αντιμετωπίσει. Η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική της.
*Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική


by