Πηγή: https://mwi.westpoint.edu
Γράφει: Ο Ted Delicath
Η Ηγεσία ανθρώπων και πώς αυτή διαμορφώνεται απο τις πεποιθήσεις των Αξιωματικών
Η τηλεοπτική σειρά «Άρχοντας των Μυγών» (Lord of the Flies)έκανε πρεμιέρα στην τηλεόραση φέτος, μια τετραμερής παραγωγή του BBC που προβλήθηκε τον Φεβρουάριο και ανέβηκε στο Netflix τον Μάιο, αποσπώντας κριτικές πολύ πιο ευγενικές από τη συμπεριφορά που επιφύλασσαν τα αγόρια της ιστορίας το ένα στο άλλο. Η σειρά παραμένει πιστή σε όσα ο William Golding έγραψε — και, ειλικρινά, προπαγάνδισε — το 1954: άφησε αγόρια χωρίς έλεγχο και θα αλληλοσπαραχθούν.
Ο Golding υπηρέτησε στον Βασιλικό Ναυτικό κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, συμμετείχε στην απόβαση της Νορμανδίας (D‑Day), και σε αυτό το μυθιστόρημα παρουσίασε τις προσωπικές του εμπειρίες από εκείνα τα χρόνια. Όποιος πέρασε από αυτά χωρίς να καταλάβει «ότι ο άνθρωπος παράγει το κακό όπως η μέλισσα παράγει το μέλι», έγραψε αργότερα, ήταν ή τυφλός ή δεν είχε μυαλό.
Ο βιογράφος του αποκάλυψε μια πιο ανατριχιαστική λεπτομέρεια: ως δάσκαλος μετά τον πόλεμο, ο Golding χώρισε κάποτε τους μαθητές του σε αντίπαλες συμμορίες κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής σε ένα οχυρό της Εποχής του Σιδήρου και τους άφησε να συγκρουστούν μεταξύ τους, για να δει πώς θα αντιδρούσαν τα αγόρια.
Το βιβλίο αποτελεί ουσιαστικά την επανάληψη εκείνου του πειράματος, αυτή τη φορά με πλοκή και χωρίς την επίβλεψη κάποιου ενήλικα. Το διάβασα υποχρεωτικά ως μαθητής της Β΄ Λυκείου, και η εργασία αυτή λειτούργησε πάνω μας σαν εφηβικό κατηχητικό: αυτό είναι που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια ενός ανθρώπου όταν οι ενήλικες εκλείψουν.
Υπάρχουν αντικρουόμενα στοιχεία που αμφισβητούν αυτή τη θέση. Τον Ιούνιο του 1965, έξι αγόρια από ένα οικοτροφείο στην Τόνγκα πήραν ένα αλιευτικό σκάφος (το «δανείστηκαν» με την έννοια ότι ο ιδιοκτήτης του δεν το γνώριζε), παρασύρθηκαν από καταιγίδα και κατέληξαν στο ’Ata, έναν ακατοίκητο βράχο στον Νότιο Ειρηνικό.
Παρέμειναν εκεί για δεκαπέντε μήνες. Διατηρούσαν αναμμένη μια φωτιά για σήματα επί ένα και πλέον έτος, καλλιεργούσαν κήπο, αποθήκευαν βρόχινο νερό σε κορμούς δέντρων που είχαν σκάψει εσωτερικά και τηρούσαν αυστηρό πρόγραμμα εργασίας σε ομάδες των δύο ατόμων: κήπος, κουζίνα, φύλαξη.
Όταν δύο από αυτούς τσακώνονταν, ο ισχύων κανόνας τούς έστελνε στα αντίθετα άκρα του νησιού μέχρι να ηρεμήσουν. Ένα αγόρι γλίστρησε από έναν γκρεμό και έσπασε το πόδι του· οι υπόλοιποι κατέβηκαν για να τον βοηθήσουν, ακινητοποίησαν το σπασμένο μέλος χρησιμοποιώντας ξύλα και φύλλα, και το πόδι θεραπεύτηκε σωστά. Ο Αυστραλός καπετάνιος που τους εντόπισε τον Σεπτέμβριο του 1966 επέστρεψε με έξι υγιείς νεαρούς άνδρες. Ο Rutger Bregman ανέσυρε την ιστορία από παλιές εφημερίδες και μια ηχογράφηση συνάντησης των πρωταγωνιστών για το βιβλίο του Humankind (2019), προβάλλοντάς την ως απάντηση στον Golding.
Η δεύτερη φορά που διάβασα Golding ήταν στο Fort Benning, πριν από περίπου δέκα χρόνια. Είχα παρουσιαστεί για τη βασική εκπαίδευση και ξαναδιάβαζα το Lord of the Flies (Ο Άρχοντας των Μυγών) — καθώς οι επιλογές στο Στρατιωτικό Πρατήριο ήταν περιορισμένες. Η εναλλακτική εκδοχή της ιστορίας έφτασε σε μένα χρόνια αργότερα, όταν την ανέδειξε ο Bregman, και λειτούργησε σαν πυροκροτητής με καθυστέρηση: οι δεκαοκτώ μήνες εκπαίδευσης που νόμιζα ότι κατανοούσα αναδιατάχθηκαν γύρω από ένα ερώτημα που κανείς, εκείνο το διάστημα, δεν είχε θέσει φωναχτά. Ποια είναι, κατά τη γνώμη μας, η θεμελιώδης φύση του ανθρώπου και πώς επηρεάζει αυτή η πεποίθηση τον τρόπο που ηγούμαστε;
Ο αρχιλοχίας μου, είχε μια μοναδική απάντηση για κάθε τέτοιο ερώτημα. Το αποκαλούσε “έλα ρε, σοβαρά;” («no shit statement»), και αν έλεγες κάτι που έκρινε αυτονόητο, στο επέστρεφε αμέσως. Τον θαύμαζα και τον θαυμάζω ακόμη. Αλλά το αυτονόητο δεν είναι το ίδιο με το ορατό, και απέχει πολύ από το κατανοητό. Ως διοικητής διμοιρίας έδινα στους επικεφαλής των ομάδων πλήρη ελευθερία κινήσεων, και τις περισσότερες εβδομάδες με έκαναν να φαίνομαι ιδιοφυΐα, πράγμα που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια.
Ένας φίλος μου διοικούσε τη δικιά του διμοιρία συγκεντρωτικά, δίνοντας στους υφισταμένους του μέχρι και τη λίστα εξοπλισμού, και η διμοιρία του απέδιδε επίσης. Διαφορετικοί ηγέτες, διαφορετικά στυλ. Σωστά, Πρώτε Λοχία. Στην πραγματικότητα όμως, η διαφορά μεταξύ μας δεν ήταν ποτέ τεχνική.
Δρούσαμε πάνω σε διαφορετικές θεωρίες για το τι είναι ένας στρατιώτης, η δική μου πιο κοντά στο ’Ata, η δική του πιο κοντά στο νησί που επινόησε ο Golding, και κανένα μάθημα που παρακολουθήσαμε ποτέ δεν μας ζήτησε να δηλώσουμε τη θεωρία, πόσο μάλλον να την υπερασπιστούμε.
Ο Στρατός έχει διεξαγάγει αυτό το πείραμα σε μεγαλύτερη κλίμακα. Ο Στρατηγός George McClellan έφτιαξε την πανέμορφη Στρατιά Potomac και στην συνέχεια δεν ήθελε με τίποτα να ριψοκινδυνεύσει την ακεραιότητα της. Παραμονές της μάχης του Antietam τηλεγράφησε στην Ουάσιγκτον ότι αντιμετώπιζε έναν στρατό ανταρτών «όχι λιγότερο από 120.000 άνδρες»· ο πραγματικός αριθμός όμως ήταν κοντά στο ένα τρίτο αυτού.
Η πληροφορία προερχόταν από τους πράκτορες του Pinkerton, και κανείς στο επιτελείο δεν διασταύρωσε την πληροφορία, επειδή επιβεβαίωνε αυτό που ο διοικητής ήδη πίστευε. Πέντε εβδομάδες μετά το Antietam η Στρατιά Potomac δεν κινήθηκε σχεδόν καθόλου. Ο Στρατηγός Lee ανασυγκροτούσε τις δυνάμεις του πέρα από τον Potomac, και η υπομονή του Lincoln εξαντλήθηκε σε ένα τηλεγράφημα: μόλις είχε διαβάσει την αναφορά του George McClellan για άλογα με πληγές στη γλώσσα και κόπωση, και αναρωτιόταν τι είχαν κάνει τα άλογα του στρατού του από τη μάχη του Antietam ώστε να κουραστούν τόσο πολύ.
Δεκαοκτώ μήνες αργότερα, ο Ulysses S. Grant, νεοδιορισμένος αρχιστράτηγος, έγραψε στον Sherman, τότε διοικητή των δυτικών στρατών, ότι δεν θα του καθόριζε σχέδιο εκστρατείας, μόνο το έργο που έπρεπε να γίνει. Ο Grant μπορούσε να γράψει εκείνη την επιστολή επειδή γνώριζε τον Στρατηγό Sherman και το τι μπορούσε να κάνει μετά από δύο χρόνια νικηφόρων στρατιωτικών επιχειρήσεων από το Shiloh μέχρι το Chattanooga. Ένα χρόνο και πέντε ημέρες μετά την επιστολή, ο Lee παραδόθηκε στο Appomattox.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο εστιάζω συνεχώς στο πλαίσιο της επαγγελματικής μου στρατιωτικής εκπαίδευσης —αν και, μέχρι στιγμής, χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα: κάθε αξιωματικός διαμορφώνει μια προσωπική θεωρία για τη συμπεριφορά των ανθρώπων υπό πίεση —είτε πρόκειται για τους δικούς του στρατιώτες, είτε για τον εχθρό, είτε για τις συμμαχικές δυνάμεις με τις οποίες ενδέχεται να συνεργαστεί.
Η θεωρία αυτή καθορίζει τον βαθμό εξουσιοδότησης που μεταβιβάζει προς τα κάτω και χρωματίζει κάθε εκτίμηση σχετικά με τις προθέσεις του εχθρού που φέρει την υπογραφή του. Η επαγγελματική στρατιωτική εκπαίδευση εστιάζει στο δόγμα και την ηθική, αφήνοντας όμως αυτό το επίπεδο ανέγγιχτο, με αποτέλεσμα να λειτουργεί βάσει προεπιλεγμένων προτύπων.
Διαμορφώνεται κυρίως με βάση την ιδιοσυγκρασία, αλλά και την πιο πρόσφατη απαιτητική περίοδο εκπαίδευσης ή αποστολής στο πεδίο της μάχης —όπου η εν λόγω εμπειρία λειτουργεί λιγότερο ως διδακτική διαδικασία και περισσότερο ως τεστ Rorschach. Δύο αξιωματικοί μπορεί να επιστρέψουν από την ίδια αποστολή έχοντας διαμετρικά αντίθετες πεποιθήσεις για τους ανθρώπους, διότι το δίδαγμα που αντλεί κανείς από μια εμπειρία εξαρτάται από το τι ήταν προετοιμασμένος να δει.
Η απαισιόδοξη πλευρά αυτού του επιχειρήματος έχει μακρά ιστορία. Ο Τόμας Χομπς έγραψε τον «Λεβιάθαν» έχοντας ως φόντο τον Αγγλικό Εμφύλιο Πόλεμο, υποστηρίζοντας ότι, χωρίς μια κυρίαρχη αρχή που να επιβάλλει την τάξη σε όλους, η ζωή διολισθαίνει σε έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων: μια ζωή μοναχική, φτωχική, άθλια, κτηνώδη και σύντομη.
Το νησί του Golding μεταφέρει το σκεπτικό του Χομπς σε ένα περιβάλλον μαθητών, με το κοχύλι να παίζει τον ρόλο της κυρίαρχης αρχής: όποιος το κρατά έχει τον λόγο και η συνέλευση διατηρεί τη συνοχή της όσο τηρείται ο κανόνας, ενώ οι πραγματικές φονικές συγκρούσεις ξεκινούν μόλις το κοχύλι θρυμματιστεί.
Ένας διοικητής τάγματος που πιστεύει —σε ένα επίπεδο βαθύτερο από τον λόγο— ότι οι άνθρωποι χάνουν τον προσανατολισμό τους χωρίς επίβλεψη, εφαρμόζει το ίδιο μοντέλο σε επίπεδο μονάδας. Συγκεντρώνει τη λήψη αποφάσεων στα χέρια του και ζητά διαρκώς πρόσθετες ενημερώσεις, καθώς ο ασφυκτικός έλεγχος του δίνει την αίσθηση της επιμέλειας. Η μονάδα υπό τις διαταγές του εκλαμβάνει αυτή τη συμπεριφορά ως έλλειψη εμπιστοσύνης και προσαρμόζεται ανάλογα: πρώτα εξανεμίζεται η πρωτοβουλία και, στη συνέχεια, η ειλικρίνεια.
Μπορεί και να έχει δίκιο· ορισμένες μονάδες, σε ορισμένες χρονικές περιόδους, χρειάζονται αυστηρό έλεγχο, ενώ υπάρχουν και πολλοί άλλοι παράγοντες πέρα από τις προσωπικές πεποιθήσεις που ωθούν τη λήψη αποφάσεων προς τα πάνω, όπως ο επαγγελματικός κίνδυνος και οι νομικές επιπλοκές. Ωστόσο, εξακολουθεί να ποντάρει σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για τους ανθρώπους: ένα λειτουργικό μοντέλο για τη φύση του ανθρώπου που υποβόσκει κάτω από τις τυπικές διαδικασίες λειτουργίας, καθορίζοντας ποιες αναφορές εμπιστεύεται και ποιες διαβάζει δύο φορές.
Η διοίκηση με βάση την αποστολή (mission command) έρχεται σε αντίθεση με αυτό το ένστικτο. Το δόγμα του Στρατού σχετικά με τη Διοίκηση και τον Έλεγχο βασίζεται στην πειθαρχημένη πρωτοβουλία εντός των ορίων της πρόθεσης του διοικητή, με την υποκείμενη παραδοχή ότι, αν δοθεί περιθώριο δράσης σε έναν υφιστάμενο, αυτός θα το αξιοποιήσει κατά κανόνα σωστά.
Η καταγωγή αυτής της προσέγγισης είναι πρακτική: το πρωσικό Γενικό Επιτελείο ανέπτυξε την τακτική *Auftragstaktik* επειδή οι στρατοί είχαν ξεπεράσει πλέον τη δυνατότητα ελέγχου από τη φωνή ενός και μόνο διοικητή. Ο John Locke είχε ήδη διατυπώσει το βαθύτερο επιχείρημα κατά του Χομπς στη «Δεύτερη Πραγματεία» του: οι άνθρωποι μπορούν να ορθολογίζουν, να αυτοδιοικούνται και να τηρούν τον λόγο τους χωρίς να έχουν πάνω από το κεφάλι τους έναν κυρίαρχο ηγεμόνα.
Το δόγμα μας δεν τον αναφέρει ποτέ ρητά, αλλά αν το απογυμνώσουμε μέχρι τη θεμελιώδη παραδοχή του, η ομοιότητα είναι προφανής. Με απλά λόγια, η προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι, στο εσωτερικό των σχηματισμών μας, το στοίχημα υπέρ της λογικής του Locke είναι συνήθως η καλύτερη επιλογή. Το ίδιο κριτήριο ισχύει και για μένα. Αν μου παρουσιαστούν δεδομένα ερευνών αρκετών ετών που να αποδεικνύουν ότι ο αυστηρός έλεγχος αποδίδει καλύτερα τότε πιθανότατα θα αναθεωρούσα τη θέση μου.
Η διοίκηση βάσει αποστολής αποτελεί δόγμα εδώ και δεκαετίες, ωστόσο εξακολουθούν να εμφανίζονται κλίματα διοίκησης που την πνίγουν. Αμφιβάλλω αν η λύση κρύβεται σε μια ακόμη ανάγνωση του εγχειριδίου.
Προς χάριν δικαιοσύνης απέναντι στους οπαδούς του Χομπς, ο έλεγχος έχει κερδίσει πραγματικούς πολέμους. Ο Μπέρναρντ Μοντγκόμερι σχεδίαζε με κάθε λεπτομέρεια μάχες σταθερού μετώπου —ακόμη και το χρονοδιάγραμμα των πυρών πυροβολικού— και τις κέρδιζε, ενώ μια δύναμη στρατευσίμων με χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης ίσως να μην ανταποκρίνεται σε καμία άλλη μέθοδο.
Το στοίχημα τίθεται ούτως ή άλλως· αυτό που διαφοροποιεί τους διοικητές είναι το αν έχουν επίγνωση ότι το θέτουν. Και οι όροι συνεχίζουν να μεταβάλλονται: μια δύναμη που μάχεται σε περισσότερα πεδία και ειδικότητες από όσα μπορεί να ελέγξει πλήρως ένας διοικητής, οφείλει να αντλεί κρίση από τα άκρα του σχηματισμού — ένα επιχείρημα που διατυπώνεται εδώ και μια γενιά από μελετητές σύνθετων συστημάτων και το οποίο επανανακάλυψε στο Ιράκ, απέναντι σε έναν δικτυωμένο εχθρό, ένας πρώην διοικητής της Κοινής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων.
Ένα μέρος της θητείας μου στον στρατό αφορά τον τομέα των πληροφοριών, όπου η θεωρία ενός αξιωματικού για τη συμπεριφορά των ανθρώπων καταγράφεται και υπογράφεται επίσημα. Ένας αναλυτής που πιστεύει ότι η βία είναι η μόνη γλώσσα που κατανοεί η αντίπαλη πλευρά, ερμηνεύει κάθε ένδειξη αυτοσυγκράτησης ως αδυναμία ή τέχνασμα και εισηγείται την άσκηση πίεσης. Αντιθέτως, κάποιος άλλος Αξιωματικός —πεπεισμένος ότι έχει απέναντί του έναν παίκτη που ενεργεί με βάση τον ψυχρό υπολογισμό— αφιερώνει ολόκληρο απόγευμα αναζητώντας μια διέξοδο διαφυγής.
Ο Daniel Kahneman ανέλυσε τους μηχανισμούς αυτής της διάστασης απόψεων σε ένα σύντομο κείμενο σχετικά με το γιατί οι υποστηρικτές της σκληρής γραμμής («γεράκια») τείνουν να κερδίζουν τη διαμάχη: αποδίδουμε τη συμπεριφορά του αντιπάλου στη φύση του, ενώ τη δική μας στις περιστάσεις, και η αισιοδοξία μας κορυφώνεται ακριβώς τη στιγμή που δεν θα έπρεπε. Οι αναλυτές πετυχαίνουν διάνα εκεί όπου τα στοιχεία είναι άφθονα —καταμέτρηση εξοπλισμού, χρονοδιαγράμματα κινήσεων, θέσεις του πυροβολικού. Το πρόβλημα προκύπτει ένα επίπεδο πιο κάτω, στο ζήτημα των προθέσεων, όπου τα στοιχεία λιγοστεύουν και το κενό καλύπτεται από τη θεωρία που έχει σχηματίσει ο αναλυτής για τον εχθρό που έχει απέναντί του.
Το ίδιο το στρατιωτικό δόγμα διαχωρίζει την εικόνα του εχθρού σε δύο σκέλη: τι *μπορεί* να κάνει και τι *σκοπεύει* να κάνει, με τη διαμόρφωση του καθενός να ακολουθεί διαφορετική διαδικασία. Το επιτελείο παρουσιάζει τις δυνατότητες του εχθρού με απόλυτη ακρίβεια και αυστηρότητα: διάταξη μάχης, βεληνεκές όπλων, υπολογισμοί εφοδιαστικής υποστήριξης.
Η εκτίμηση των προθέσεων, που ακολουθεί αμέσως μετά, βασίζεται σε προσεκτικές εικασίες. Έχω συντάξει κι εγώ τέτοιες αναφορές, όπου οι εικασίες καθορίζονται από την πάγια αντίληψη του αναλυτή για το πώς αντιδρούν οι άνθρωποι όταν φοβούνται, όταν νιώθουν εγκλωβισμένοι ή όταν κερδίζουν.
Η πιο δαπανηρή πρόσφατη εκδοχή αυτού του προβλήματος δεν αφορούσε καν κάποιον εχθρό. Το καλοκαίρι του 2021, οι δυνάμεις ασφαλείας του Αφγανιστάν αριθμούσαν στα χαρτιά περίπου τριακόσιες χιλιάδες άνδρες, και το σχέδιο αποχώρησης βασίστηκε στην εκτίμηση για το τι θα έκαναν αυτοί οι άνδρες μόλις έφευγαν οι Αμερικανοί. Η έκθεση του SIGAR για την κατάρρευση εστιάζει κυρίως στο ηθικό και τη συνοχή του στρατεύματος, καθώς και στην πεποίθηση —μετά τη συμφωνία της Ντόχα— ότι το μέλλον είχε ήδη προδοθεί και χαθεί. Εμείς παρουσιάζαμε τη δύναμη αυτή ως αριθμητικό μέγεθος. Το τι θα έκαναν στην πραγματικότητα αυτοί οι άνδρες δεν απέκτησε ποτέ δική του οντότητα στην παρουσίαση.
Η διακυβέρνηση μέσω του φόβου έχει δοκιμαστεί και εκτός της αίθουσας σεμιναρίων. Οι ειδικοί στη μελέτη των πρωτευόντων θηλαστικών, που πέρασαν δεκαετίες παρατηρώντας αποικίες χιμπατζήδων, διαπίστωσαν ότι το κυρίαρχο αρσενικό (alpha male) που επιβάλλεται με ωμό εκφοβισμό ανατρέπεται σταθερά από δύο ασθενέστερους αντιπάλους που μαθαίνουν να συνεργάζονται.
Αντίστοιχα, οι έρευνες της ηγεσίας του Στρατού καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: οι ηγέτες που υιοθετούν αντιπαραγωγικές πρακτικές υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και τη διατήρηση του προσωπικού στις μονάδες τους – ένα μοτίβο που επιβεβαιώνεται σταθερά από τα δεδομένα, χρόνο με τον χρόνο. Η ευρύτερη θέση του Bregman είναι ότι η συνεργασία αποτελεί το «υπερδύναμη» του είδους μας και ότι ένα άτομο που δεν έχει πέσει ποτέ θύμα εκμετάλλευσης μάλλον δεν διαθέτει την απαραίτητη εμπιστοσύνη ώστε να αξιοποιήσει πλήρως αυτή τη δυνατότητα.
Στο επάγγελμά μας, η αντίρρηση προκύπτει αυθόρμητα: ορισμένοι από τους εχθρούς μας στην απέναντι πλευρά θέλουν πραγματικά να μας σκοτώσουν. Αυτό είναι αλήθεια, και ακριβώς εδώ έγκειται το πεδίο εφαρμογής της ανθρωπολογικής προσέγγισης. Η στάση της καλοπροαίρετης αρχικής παραδοχής έχει θέση εντός της δικής μας μονάδας και στην ερμηνεία των προθέσεων, εφόσον τα στοιχεία τη στηρίζουν. Η επαφή με τον εχθρό αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Μπορείς να πιστεύεις ότι η συνεργασία θεμελίωσε το είδος μας και, ταυτόχρονα, να ανταποδίδεις τα πυρά. Εκείνο που δεν μπορείς να κάνεις με συνέπεια είναι να διοικείς το τάγμα σου βασιζόμενος σε μια θεωρία που προορίζεται για τους εχθρούς.
Αν έπρεπε να μαντέψω γιατί δεν εξετάζουμε ποτέ αυτό το επίπεδο –και πρόκειται μόνο για εικασία– θα έλεγα ότι φταίει η ευγένεια. Οι πεποιθήσεις ενός συνταγματάρχη για την ανθρώπινη φύση μοιάζουν με προσωπική της υπόθεση, πιο κοντά στη θρησκεία παρά στο επιτελικό της έργο, και η αμφισβήτησή τους εκλαμβάνεται ως αμφισβήτηση του ίδιου του ατόμου.
Ωστόσο, αναθέτουμε σε νέους αξιωματικούς την εξουσία πάνω στις ζωές άλλων ανθρώπων ακριβώς με βάση αυτές τις πεποιθήσεις, γεγονός που τις καθιστά λειτουργικές παραδοχές. Επιπλέον, η εξειδίκευση δεν παρέχει καμία ασπίδα απέναντι στην εσφαλμένη διαχείριση αυτών των πεποιθήσεων. Όσο πιο ικανός είναι κανείς στη λογική σκέψη, τόσο μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση νιώθει εντοπίζοντας στα δεδομένα την επιβεβαίωση της αρχικής του παραδοχής.
Η περίπτωση της ομάδας του ’Ata αποτελεί ένα ενδεικτικό στοιχείο για το τι πράττει μια μικρή ομάδα όταν η ιεραρχία διοίκησης έχει καταρρεύσει πλήρως — σαν αλιευτικό σκάφος που βυθίστηκε και κείτεται στον πυθμένα του Ειρηνικού. Οφείλουμε να καταγράψουμε με ειλικρίνεια τους περιορισμούς και τις ιδιαιτερότητες, καθώς είναι πραγματικοί: έξι συμμαθητές από το ίδιο σχολείο, με την ίδια πίστη και κουλτούρα —μια εικόνα που απέχει παρασάγγας από τους ετερόκλητους αγνώστους του Golding— ενώ ένα και μόνο περιστατικό δεν αρκεί για τη διαμόρφωση δόγματος.
Είναι θεμιτό να επιλέγει κανείς επιλεκτικά μεμονωμένα περιστατικά επ’ άπειρον. Πώς διαχειρίζεται, λοιπόν, ένα επιτελείο στοιχεία που θα μπορούσαν να «στριμωχτούν» ώστε να επιβεβαιώσουν τις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις μας; Κρατάει αρχείο, φυσικά! Όταν μια συγκεκριμένη πορεία δράσης επανέρχεται στο τραπέζι για τέταρτη φορά, κάποιος ταγματάρχης λέει: «Κύριε, αυτή η επιλογή έχει αποτύχει τρεις συνεχόμενες φορές· ορίστε το αρχείο». Η επισήμανση αυτή έχει βαρύτητα ακριβώς επειδή κάποιος κράτησε αρχείο· το αρχείο είναι αυτό που μετατρέπει τις αντικρουόμενες ιστορίες σε καταγεγραμμένο ιστορικό επιδόσεων.
Οι πεποιθήσεις για τους ανθρώπους μπορούν να καταγράφονται εκεί εξίσου εύκολα με τα επιχειρησιακά σχέδια ελιγμών. Ο αξιωματικός που δεν εμπιστεύεται κανέναν επειδή διάβασε Golding στα δεκαέξι του, οφείλει να προσθέσει στο αρχείο του την περίπτωση του ’Ata, καθώς και καταχωρίσεις για κάθε συμμαχική διμοιρία που κράτησε τη θέση της και για κάθε πηγή πληροφοριών που εμφανίστηκε τη στιγμή που είχε υποσχεθεί. Η καταγραφή λειτουργεί αμφίδρομα: στη σελίδα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι καταχωρίσεις που έρχονται σε αντίθεση με την αρχική, ευνοϊκή πεποίθηση.
Τίποτα από αυτά δεν απαιτεί σεμινάριο φιλοσοφίας. Η πειθαρχία που απαιτείται είναι πιο συγκεκριμένη και λιγότερο δαπανηρή: Κατονόμασε την πεποίθηση και στη συνέχεια αντιμετώπισέ την με τον τρόπο που το επάγγελμα μας αντιμετωπίζει ήδη το έδαφος και τον καιρό. Η ανάλυση της αποστολής αναγκάζει ήδη το επιτελείο να καταγράφει τις υποθέσεις του. «Η συμμαχική δύναμη θα κρατήσει τη θέση της». «Ο πληθυσμός θα συνεργαστεί μαζί μας». «Θα λυγίσει υπό συνεχή πίεση».
Αυτές είναι πεποιθήσεις για ανθρώπους και πρέπει να περιλαμβάνονται ρητά στη λίστα, συνοδευόμενες από τον δείκτη που θα υποδείκνυε την κατάρρευσή τους (αναφορές λιποταξίας, καταβολή μισθών, το αν οι αξιωματικοί του συμμαχικού τάγματος κοιμούνται στην ίδια βάση με τους άνδρες τους) και από ένα σημείο λήψης απόφασης που εξαρτάται από τον εν λόγω δείκτη — την ίδια ακριβώς αντιμετώπιση που επιφυλάσσουμε για την ταξινόμηση αντοχής μιας γέφυρας ή για ένα χρονικό παράθυρο ευνοϊκών καιρικών συνθηκών.
Κάθε εκτίμηση σχετικά με τις προθέσεις ενός αντιπάλου οφείλει να δίνει απάντηση στο ερώτημα: «Τι θα σε έκανε να αλλάξεις γνώμη;». Αν η ειλικρινής απάντηση είναι «τίποτα», τότε αυτό που παραδίδεται στον διοικητή δεν είναι ανάλυση, αλλά μια προκατασκευασμένη πεποίθηση – και οφείλει να το γνωρίζει.
Η κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών έχει ήδη αναπτύξει το κατάλληλο εργαλείο: μετά το Ιράκ, ο έλεγχος των βασικών υποθέσεων ενσωματώθηκε στις τυπικές αναλυτικές πρακτικές, ενώ μια δεκαετία διαγωνισμών πρόβλεψης επιβεβαιώνει διαρκώς ότι όσοι διατυπώνουν απόψεις που μπορούν να διαψευσθούν και τις αναθεωρούν, υπερέχουν έναντι των αναγνωρισμένων ειδικών που δεν το πράττουν. Απλώς, το εργαλείο αυτό δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ για την εξέταση πεποιθήσεων σχετικά με την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Η εφαρμογή αυτής της μεθόδου στην εκπαίδευση έχει μηδαμινό κόστος. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης και της σταδιοδρομίας, ένας αξιωματικός θα έπρεπε να συντάσσει μια παράγραφο περιγράφοντας τι πιστεύει ότι κάνουν οι άνθρωποι υπό πίεση, και στη συνέχεια να την υπερασπίζεται λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις θέσεις του ’Ata όσο και του Golding. Στα προγράμματα εξέλιξης σταδιοδρομίας ζητείται ήδη από τους αξιωματικούς να διατυπώσουν τη φιλοσοφία ηγεσίας τους· αυτή η άσκηση αποτελεί την πρώτη, πλην απούσα, σελίδα της εν λόγω φιλοσοφίας.
Άλλα επαγγέλματα εφαρμόζουν αυτή τη διαδικασία χωρίς δισταγμό· στην ιατρική, οι ειδικευόμενοι καλούνται να αναλύσουν δημοσίως τα σφάλματά τους σε συνεδριάσεις αξιολόγησης νοσηρότητας και θνησιμότητας. Στους περισσότερους αξιωματικούς δεν έχει τεθεί ποτέ αυτό το ερώτημα. Ούτε σε εμένα τέθηκε ποτέ, για την ιστορία. Ο αξιωματικός που απορρίπτει την άσκηση συνήθως λειτουργεί βάσει αυτοματοποιημένων προτύπων για πολύ μεγαλύτερο διάστημα απ’ όσο έχει γίνει αντιληπτό – ακόμα και από τον ίδιο.
Στην πορεία μιας σταδιοδρομίας, η θεωρία για την ανθρώπινη φύση που ένας αξιωματικός δεν εξετάζει ποτέ συνειδητά, μετατρέπεται σιωπηλά στο στυλ διοίκησής του και στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την απειλή.
Το ερώτημα του ’Ata –τι κάνουν οι άνθρωποι όταν καταρρέει η δομή– απαντάται ήδη στην πράξη, με κάθε ανάθεση αρμοδιότητας και κάθε παράγραφο προθέσεων που υπογράφεται. Ας δοθεί, λοιπόν, η απάντηση και γραπτώς. Ας καταγραφεί η πεποίθηση, ας παραδοθεί σε εκείνους που πληρώνονται για να αντιπαρατεθούν μαζί σου και ας τηρηθεί το αρχείο: ποιες υποθέσεις για τους ανθρώπους ίσχυαν κατά τη συγκεκριμένη θητεία, ποιες κατέρρευσαν και πώς τα δεδομένα αυτά επηρεάζουν τη διατύπωση της παραγράφου για την επόμενη χρονιά.
Η περίπτωση των παιδιών με τη φωτιά-σήμα καταγράφεται στο αρχείο ως μία από τις πολλές καταχωρίσεις, αξιολογούμενη ισότιμα με τα υπόλοιπα στοιχεία. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί μόνο μία σελίδα και την υιοθέτηση μιας νέας συνήθειας. Έτσι, την επόμενη φορά που κάποιος στην αίθουσα θα επικαλεστεί τον Golding για να δικαιολογήσει τον αυστηρό έλεγχο, ο αξιωματικός που τηρούσε το αρχείο θα μπορεί να αντιπαραθέσει τα πραγματικά δεδομένα.
*Ο Ted Delicath είναι λοχαγός στρατιωτικών πληροφοριών στην Εφεδρεία του Στρατού των ΗΠΑ. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στο Small Wars Journal και στο From the Green Notebook.

