Γράφει: Ο Μιχάλης Χεραιτάκης
Πώς η στατιστική για την ανεργία γίνεται προπαγανδιστικό εργαλείο
Λίγο πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, η απόσταση ανάμεσα στην αυλή και στην κοινωνία είχε γίνει τόσο μεγάλη ώστε γεννήθηκε ένας από τους ανθεκτικότερους πολιτικούς μύθους της Ιστορίας. Η Μαρία Αντουανέτα, όταν της είπαν ότι ο λαός δεν είχε ψωμί, υποτίθεται ότι απάντησε «ας φάνε παντεσπάνι». Κατά πάσα πιθανότητα δεν το είπε ποτέ. Η φράση όμως επέζησε επειδή περιέγραφε κάτι αληθινότερο από το ίδιο το περιστατικό: την εικόνα της παρακμής μιας εξουσίας που είχε πάψει να αντιλαμβάνεται τι ζούσε ο κόσμος έξω από τα παράθυρά της.
Δυόμισι αιώνες αργότερα δεν χρειάζεται ούτε Βερσαλλίες ούτε παντεσπάνι. Αρκεί να ανοίξεις την τηλεόραση και να ακούσεις ότι η ανεργία στην Ελλάδα έπεσε στο 7,4%, στο δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί. Η κυβέρνηση μάλιστα παρουσίασε τα στοιχεία του Αυγούστου του 2026 ως επιβεβαίωση ότι η βελτίωση στην αγορά εργασίας έχει αποκτήσει «σταθερή βάση».
Η ΕΛΣΤΑΤ υπολόγισε 350.800 ανέργους.
Τον ίδιο Αύγουστο, όμως, η ΔΥΠΑ είχε καταγεγραμμένους στο μητρώο της 717.926 ανθρώπους. Από αυτούς οι 369.342 ήταν εγγεγραμμένοι για δώδεκα μήνες ή περισσότερο. Δηλαδή οι μακροχρόνια εγγεγραμμένοι άνεργοι της ΔΥΠΑ, μόνοι τους, ήταν περισσότεροι από όλους τους ανέργους που εκτιμούσε η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ.
Κάπου εδώ ένας φυσιολογικός άνθρωπος δικαιούται να ρωτήσει, τι διάολο μετράνε τούτοι εδώ;
Η ερώτηση γίνεται ακόμη πιο παράξενη επειδή το κράτος διαθέτει ήδη μια δημόσια υπηρεσία που καταγράφει ονομαστικά τους ανθρώπους οι οποίοι δηλώνουν άνεργοι και αναζητούν εργασία. Παρ’ όλα αυτά, το επίσημο «ποσοστό ανεργίας» δεν προκύπτει από αυτό το μητρώο. Προκύπτει από δειγματοληπτική έρευνα νοικοκυριών και από ένα ερωτηματολόγιο που στη συνέχεια χρησιμοποιείται για να εκτιμηθεί τι συμβαίνει σε ολόκληρη τη χώρα. Η Eurostat περιγράφει την ελληνική Έρευνα Εργατικού Δυναμικού ως δειγματοληψία δύο σταδίων, με τελική μονάδα την κατοικία και όλους τους ανθρώπους της επιλεγμένης κατοικίας να συμμετέχουν στην έρευνα. Το πρόσφατο ευρωπαϊκό τεχνικό υλικό δίνει για την Ελλάδα τριμηνιαίο ποσοστό δειγματοληψίας περίπου 0,98%. Δηλαδή ρωτώντας λιγότερο από 1% δείγμα υπολογίζουν στατιστικά την ανεργία
Η εικόνα θυμίζει, με όλες τις αναγκαίες τεχνικές διαφορές, μια παράλογη εκλογική βραδιά. Έχουν καταμετρηθεί εκατοντάδες χιλιάδες πραγματικές ψήφοι και λίγο πριν δοθούν τα τελικά αποτελέσματα, εμφανίζεται κάποιος λέγοντας: «Καλά αυτά, αλλά εμείς θα πάρουμε ένα δείγμα του πληθυσμού, θα τους κάνουμε ερωτήσεις και από τις απαντήσεις θα υπολογίσουμε τα πραγματικά ποσοστά των κομμάτων». Αν συνέβαινε αυτό σε εκλογές, θα γελούσε ο κόσμος. Στην ανεργία αποτελεί την επίσημη ευρωπαϊκή μεθοδολογία.
Η αναλογία με τις εκλογές δεν είναι μαθηματικά ταυτόσημη. Η ΔΥΠΑ δεν αποτελεί απογραφή κάθε ανθρώπου χωρίς δουλειά. Υπάρχουν άνεργοι που δεν γράφονται ποτέ στο μητρώο, ενώ η εγγραφή στη ΔΥΠΑ υπακούει σε διοικητικούς κανόνες. Αυτός θεωρητικά ακριβώς είναι ένας από τους λόγους που υπάρχει η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: για να εφαρμόζεται ο ίδιος ορισμός σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και να μην εξαρτάται η διεθνής σύγκριση από το ποιος γράφεται ή δεν γράφεται στην υπηρεσία ανεργίας κάθε κράτους. Το ερώτημα όμως δεν εξαφανίζεται. Αντίθετα γίνεται πιο σοβαρό: γιατί παρουσιάζεται στο κοινό μια συγκεκριμένη στατιστική έννοια σαν να είναι η αληθινή καταμέτρηση των ανθρώπων που δεν έχουν πραγματική εργασία;
Εκεί βρίσκεται όλη η μαγεία.
Το ερωτηματολόγιο της ίδιας της ΕΛΣΤΑΤ είναι αποκαλυπτικό. Η πρώτη ερώτηση για την απασχόληση είναι αν ο άνθρωπος εργάστηκε την εβδομάδα αναφοράς έστω και μία ώρα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος. Η αμέσως επόμενη ρωτά αν εργάστηκε έστω και μία ώρα χωρίς αμοιβή ως βοηθός στην οικογενειακή επιχείρηση. Υπάρχει επίσης ειδική ερώτηση για ευκαιριακή ή πρόσκαιρη απασχόληση, από babysitting και εργασία μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας μέχρι περιστασιακή αγροτική δουλειά.
Ας το μεταφράσουμε στα ελληνικά της πραγματικής ζωής.
Ένας άνθρωπος είναι χωρίς κανονική δουλειά. Δεν έχει μισθό στο τέλος του μήνα. Δεν μπορεί να στηρίξει το σπίτι του από την εργασία του. Την Τετάρτη βοήθησε για μία ώρα στο μαγαζί του αδελφού του χωρίς να πληρωθεί. Στην καθημερινή γλώσσα, αν τον ρωτήσεις «δουλεύεις;», πιθανότατα θα σου απαντήσει «όχι».
Στη στατιστική ταξινόμηση μπορεί να βρεθεί στην πλευρά των απασχολουμένων.
Δεν πρόκειται για αυθαίρετη ερμηνεία. Η Eurostat αναφέρει ότι «family workers» είναι άνθρωποι που βοηθούν συγγενικό πρόσωπο να λειτουργήσει επιχείρηση ή αγροτική εκμετάλλευση χωρίς να λαμβάνουν μισθό και χωρίς να έχουν άμεσο κέρδος από την επιχείρηση. Παρ’ όλα αυτά εντάσσονται στην έννοια της απασχόλησης.
Το ίδιο συμβαίνει και οι άνεργοι εξαφανίζονται και από μιά άλλη πόρτα. Για να χαρακτηριστεί κάποιος άνεργος από την Έρευνα Εργατικού Δυναμικού δεν αρκεί να μην έχει δουλειά. Πρέπει να είναι διαθέσιμος και να έχει αναζητήσει ενεργά εργασία μέσα στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες ή να έχει ήδη βρει εργασία που πρόκειται να ξεκινήσει σύντομα. Αν ένας 58χρονος έχει μείνει άνεργος δύο χρόνια, έχει φάει διακόσιες απορρίψεις, έχει απογοητευτεί και σταμάτησε τον τελευταίο μήνα να στέλνει βιογραφικά, δεν απέκτησε ξαφνικά δουλειά ούτε εισόδημα. Απλώς μπορεί να πάψει να βρίσκεται στη στατιστική κατηγορία «άνεργος» και να περάσει στους οικονομικά μη ενεργούς.
Αυτός είναι ο λόγος που η φράση «η ανεργία είναι 7,4%» χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη προσοχή από όση της δίνεται στην πολιτική επικοινωνία. Δεν σημαίνει ότι μόνο το 7,4% όσων θα ήθελαν πραγματική, αξιοπρεπή εργασία είναι χωρίς τέτοια εργασία. Σημαίνει ότι το 7,4% του εργατικού δυναμικού πληροί έναν συγκεκριμένο διεθνή στατιστικό ορισμό κατά μια συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.
Ακούγεται πολύ λιγότερο εντυπωσιακό αν λεγόταν έτσι στις ειδήσεις. Είναι όμως πολύ ακριβέστερο.
Και υπάρχει ένα δεύτερο παράδοξο. Ακόμη και από τη ΔΥΠΑ μπορεί να εξαφανιστεί κάποιος χωρίς να βρει δουλειά. Η ψηφιακή κάρτα ανεργίας ανανεώνεται μέσα στις είκοσι ημέρες πριν από τη λήξη της. Αν περάσει η προθεσμία, το δελτίο διαγράφεται αυτόματα και ο άνθρωπος πρέπει να εκδώσει νέο, εφόσον εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις.
Η αλλαγή στις 20 ημέρες έγινε το 2021 και άρχισε να εφαρμόζεται από 1 Ιουλίου 2021. Αν δεν ανανεώσει έγκαιρα την κάρτα του, διαγράφεται. Στα χαρτιά οι εγγεγραμμένοι μειώνονται. Στη ζωή του ανθρώπου δεν έχει αλλάξει απολύτως τίποτα. Δεν απέκτησε εργασία, δεν απέκτησε μισθό, δεν πλήρωσε ξαφνικά το νοίκι του.
Άρα κάθε μείωση του μητρώου που παρουσιάζεται περίπου σαν απόδειξη ότι “βρήκαν δουλειά” χρειάζεται να αποδεικνύεται με πραγματικές προσλήψεις και όχι απλώς με μικρότερο αριθμό εγγεγραμμένων.
Έχουμε λοιπόν κάτι απολύτως σαφές: μείωση του μητρώου δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με εύρεση εργασίας. Η αυτόματη διαγραφή λόγω μη ανανέωσης αποτελεί έναν από τους τρόπους με τους οποίους ένας πραγματικός άνθρωπος παύει να εμφανίζεται στο συγκεκριμένο διοικητικό μέγεθος χωρίς να έχει εμφανιστεί ούτε ένα ευρώ μισθού στον λογαριασμό του. Το παράδοξο αυτό, η συνεχής μείωση των μακροχρόνιων ανέργων λίγο μετά το μέτρο αυτό αποτυπώνεται στα στοιχεία της ΔΥΠΑ
Το λογικό συμπέρασμα θα ήταν τα δύο μεγέθη να παρουσιάζονται μαζί. «Εκτιμώμενη ανεργία κατά ΕΛΣΤΑΤ: 350.800. Εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ: 717.926. Μακροχρόνια εγγεγραμμένοι: 369.342». Και δίπλα να εξηγείται σε δύο γραμμές γιατί διαφέρουν. Έτσι ενημερώνεται ο πολίτης. Όταν κρατάς μόνο το 7,4% και από αυτό κατασκευάζεις ιστορία γενικευμένης ευημερίας στην αγορά εργασίας, ο αριθμός μπορεί να είναι επίσημος, αλλά δείχνει μόνο το κομμάτι της στατιστικής με ερωτηματολόγιο και όχι τους πραγματικούς αριθμούς που αποτυπώνει η ΔΥΠΑ
Το ίδιο χάσμα ανάμεσα στον δείκτη και στη ζωή εμφανίζεται μόλις ο «απασχολούμενος» επιστρέψει στο σπίτι του. Το 2025, το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ήταν η υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2024, η Eurostat υπολόγισε ότι τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν κατά μέσο όρο το 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στέγαση, έναντι 19% στην ΕΕ.
Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να έχεις περάσει επιτυχώς το τεστ της στατιστικής και να ανήκεις στους «απασχολουμένους», αλλά μετά το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ και τη μετακίνηση να ανακαλύπτεις ότι η περίφημη οικονομική βελτίωση δεν πληρώνει ούτε τον μήνα. Ο όρος «απασχολούμενος» περιγράφει εργασιακή κατάσταση. Δεν αποτελεί πιστοποιητικό αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Αυτή η αυτονόητη διάκριση εξαφανίζεται συστηματικά όταν οι δείκτες μετατρέπονται σε πολιτικά συνθήματα.
Παρόμοιο θέατρο παίζεται στα καύσιμα. Η συζήτηση των τελευταίων εβδομάδων παρουσιάστηκε σαν η Ελλάδα να χρειάζεται από τις Βρυξέλλες κάποια ειδική άδεια για να ακουμπήσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Η κυβέρνηση πράγματι μίλησε για ανάγκη ευρωπαϊκής εξαίρεσης, συνδέοντάς την με τους δημοσιονομικούς κανόνες και τα όρια δαπανών.
Υπάρχει όμως μια πληροφορία που αλλάζει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο ακούγεται αυτή η ιστορία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει επιβάλει στην Ελλάδα ΕΦΚ 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα αμόλυβδης. Το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 359 ευρώ. Η Ελλάδα έχει επιλέξει 700. Στο diesel το ευρωπαϊκό ελάχιστο είναι 330 ευρώ και ο ελληνικός συντελεστής 410.
Άρα υπάρχει μια πολύ συγκεκριμένη διαφορά ανάμεσα στο «η Ευρώπη δεν μας επιτρέπει να μειώσουμε τον φόρο» και στο «μπορούμε να μειώσουμε τον φορολογικό συντελεστή μέχρι τα ευρωπαϊκά ελάχιστα, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες στον προϋπολογισμό και στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες». Ακόμη και πρόσφατη οικονομική ανάλυση το έθεσε ευθέως: η Αθήνα μπορεί να μειώσει τον ΕΦΚ χωρίς έγκριση των Βρυξελλών ως προς τον ίδιο τον φορολογικό συντελεστή, αλλά πρέπει να καλύψει το δημοσιονομικό κενό.
Αυτή η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια για φοροτεχνικούς. Είναι η διαφορά ανάμεσα στο «δεν γίνεται» και στο «είναι πολιτική και δημοσιονομική επιλογή».
Και ενώ συζητάμε ασταμάτητα για δείκτες, επιδόματα και ποσοστά, υπάρχουν πολύ πιο γήινα πράγματα που το κράτος οφείλει να κάνει καλά: να ελέγχει αν ένα κτίριο είναι ασφαλές, αν οι εργασίες δίπλα του μπορούν να το γκρεμίσουν, αν μια επικίνδυνη εγκατάσταση λειτουργεί όπως πρέπει, αν μια ιατρική πράξη γίνεται σε χώρο με τις αναγκαίες προδιαγραφές.
Στα Πετράλωνα, τον Ιούνιο, μια τετραώροφη πολυκατοικία κατέρρευσε ενώ στο διπλανό οικόπεδο βρίσκονταν σε εξέλιξη εργασίες κατεδάφισης και εκσκαφής. Οι πραγματογνώμονες εξέτασαν τα μέτρα αντιστήριξης και τις συνθήκες των εργασιών.
Η ΕΡΤ μετέδωσε μάλιστα ότι γεωτεχνική μελέτη δεν υπήρχε επειδή δεν απαιτούνταν από την ισχύουσα νομοθεσία για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Τον Σεπτέμβριο, η έκρηξη στην Πλάκα στοίχισε τη ζωή σε έξι ανθρώπους. Η ακριβής αιτία εξακολουθεί να ερευνάται, με τη διαρροή αερίου να αποτελεί ένα από τα εξεταζόμενα σενάρια, ενώ το περιστατικό άνοιξε ξανά τη συζήτηση για την εποπτεία κατοικιών και βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Τον ίδιο μήνα ο Γιώργος Μαζωνάκης πέθανε κατά τη διάρκεια διαδικασίας πλασμαφαίρεσης σε ιδιωτικό ιατρείο. Η δικαστική έρευνα εξετάζει πλέον όσα συνέβησαν, ακόμη και τα ψηφιακά δεδομένα του μηχανήματος. Δεν χρειάζεται να προδικάσει κανείς την τελική ποινική ευθύνη για να θέσει το αυτονόητο ερώτημα: πόσο συστηματικά ελέγχεται προληπτικά μια δραστηριότητα που μπορεί να έχει τέτοιες συνέπειες για την ανθρώπινη ζωή;
Αυτές οι υποθέσεις έχουν κάτι κοινό με τη συζήτηση για την ανεργία, τη στέγαση και τα καύσιμα. Δείχνουν πόσο εύκολο είναι για το κράτος να είναι εξαιρετικά δραστήριο στην παραγωγή κανόνων, αριθμών, δελτίων Τύπου και δεικτών και πολύ λιγότερο πειστικό όταν ο πολίτης ζητά το απλούστερο πράγμα: να δει αν η κυβέρνηση νοιάζεται πραγματικά για την ασφάλεια και την ευημερία στη ζωή του.
Η μεγάλη μαϊμουδιά, επομένως, δεν χρειάζεται καν να βρίσκεται μέσα στους υπολογισμούς της ΕΛΣΤΑΤ. Είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο αποτελεσματική.
Παίρνεις έναν τεχνικό δείκτη με έναν στενό ορισμό. Δεν εξηγείς στον κόσμο ότι κάποιος μπορεί να θεωρείται απασχολούμενος έχοντας δουλέψει ελάχιστα ή ακόμη και ως μη αμειβόμενο μέλος οικογενειακής επιχείρησης. Δεν του λες ότι άνθρωπος χωρίς δουλειά μπορεί να μη μετρά ως άνεργος επειδή δεν πληροί το κριτήριο της πρόσφατης ενεργής αναζήτησης. Δεν βάζεις δίπλα τους 717.926 εγγεγραμμένους της ΔΥΠΑ. Δεν βάζεις δίπλα τους το 26,4% που στραγγαλίζεται από το κόστος στέγασης. Κρατάς ένα 7,4%, το σηκώνεις ψηλά επικοινωνιακά με τα στελέχη σου και ανακοινώνεις ότι η αγορά εργασίας πηγαίνει περίφημα.
Και κάπου εκεί επιστρέφει, δυόμισι αιώνες αργότερα, το παντεσπάνι.
Όχι ως ιστορική φράση μιας βασίλισσας που πιθανότατα δεν την είπε ποτέ, αλλά ως πολιτική νοοτροπία. Ο πολίτης λέει «δεν βρίσκω δουλειά που να με συντηρεί, δεν βγαίνει το νοίκι, δεν βγαίνει η βενζίνη, δεν βγαίνει ο μήνας» και από απέναντι έρχεται η απάντηση:
«Μα η ανεργία είναι 7,4% και οι δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα»


by