Πηγή: https://methormisakathektou.blog
Γράφει: Ο Στέφανος Σκαρμίντζος, M.A. Military History
Ιταλική επίθεση Οκτ 1940
Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Ελλάδα είχε το «πλεονέκτημα» της μη εμπλοκής στην αρχή της σύγκρουσης. Αυτό της επέτρεψε να προετοιμαστεί καλύτερα αλλά και να δει ότι οι Δυνάμεις του Άξονα και των συμμάχων του δεν είχαν θέμα να παραβιάσουν την ουδετερότητα των μικρών κρατών, αν αυτό εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους, όπως στην περίπτωση των Σκανδιναβικών κρατών ή των Κάτω Χωρών. Ενώ λοιπόν διακήρυττε την ουδετερότητά της, προετοίμαζε την άμυνά της και αναμένοντας την σύγκρουση δεν αιφνιδιάστηκε όπως τα υπόλοιπα θύματα του Άξονα. Όταν άρχισαν οι έντονες ιταλικές προκλήσεις, προέβη και σε μυστική επιστράτευση καλύπτοντας κατά το δυνατόν τα σύνορά της.
Η πτώση της Γαλλίας το 1940, έκανε τον Μουσολίνι να θεωρεί τους Βρετανούς ξοφλημένους. Αδυνάτισε τον στρατό του στέλνοντας τους επίστρατους στα σπίτια τους αφήνοντας δύο συντάγματα στις ιταλικές μεραρχίες αντί για τρία και ελαττώνοντας επιπλέον τις μονάδες υποστήριξης. Προσπάθησε με βάση τις ιταλικές αποικίες στην Αφρική να αποσπάσει την Αίγυπτο και το Σουδάν από τους Βρετανούς. Χωρίς να περιμένει το αποτέλεσμα αυτών των συγκρούσεων, αποφάσισε να επιτεθεί στην Ελλάδα χωρίς να υπολογίζει τίποτα παρασυρμένος και ίσως ζηλεύοντας από τις επιτυχίες των Γερμανών.

Αγνόησε επίσης τις εκτιμήσεις των επιτελών του ότι υπερεκτείνονταν και οι πόροι του λιγόστευαν. Ενάντια σε κάθε λογική, διέταξε επίθεση στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου του 1940, τέλος φθινοπώρου με υπαρκτό τον κίνδυνο παρακώλυσης επιχειρήσεων λόγω του επερχόμενου χειμώνα και της αδυναμίας επαρκούς αεροπορικής υποστήριξης καθώς τα αεροπλάνα της εποχής δεν ήταν παντός καιρού. Η υποτίμηση του αντιπάλου του υπήρξε πραγματικά εγκληματική.
Οι Έλληνες που θεωρούσαν ότι είχαν κάνει τα πάντα για να μην δώσουν αφορμή στον Μουσολίνι, είδαν την κήρυξη σαν διέξοδό για να εκδηλώσουν τη αγανάκτησή τους και το ηθικό του λαού ήταν υψηλό. Ήταν σαν η ορμή του πολέμου να είχε συντρίψει την αβεβαιότητα και τον φόβο της αναμονής του. Οι διαταγές του Επιτελείου για άμυνα επί των συνόρων εκτός από την στήριξη του του ηθικού του λαού, περιόριζαν την πιθανή δράση των ηττοπαθών και των πρακτόρων του εχθρού. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπιζε το Στρατηγείο ήταν ο προσδιορισμός της άξονα της κύριας επιθετικής προσπάθειας του εχθρού: Ιωάννινα ή Καστοριά;
Η Πίνδος εθεωρείτο ακατάλληλη για ισχυρή επίθεση. Όταν όμως ένα ελληνικό αναγνωριστικό αεροπλάνο αποκάλυψε την κύρια επιθετική ενέργεια των Ιταλών στην Πίνδο, παρά την έκπληξη, οι Έλληνες επιτελείς δεν αιφνιδιάστηκαν και διέταξαν τις ελληνικές ενισχύσεις να κατευθυνθούν προς τα εκεί. Η επίτευξη τοπικής αριθμητικής υπεροχής επέτρεψε στον Ελληνικό Στρατό να κυκλώσει και να καταστρέψει την μεραρχία αλπινιστών «JULIA» που επιχειρούσε στην Πίνδο εξασφαλίζοντας έτσι την γραμμή αμύνης στην Ήπειρο και την Μακεδονία.
Μέχρι τις 9 Νοεμβρίου οι Έλληνες είχαν αποκρούσει του εισβολείς και στις 12 Νοεμβρίου πέρασαν στην αντεπίθεση. Οι Βρετανοί ανέμεναν την Ελλάδα να υποκύψει σύντομα αλλά αντ’ αυτού, η χώρα αντιστεκόταν σθεναρά κι εξανάγκαζε τον Άξονα να παραχωρήσει έδαφος για πρώτη φορά από τη αρχή του πολέμου. Οι Βρετανοί έστειλαν ελάχιστη αεροπορική υποστήριξη, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Η ιταλική προπαγάνδα δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τις ξένες ανταποκρίσεις και τα επίκαιρα από τις απελευθερωμένες πόλεις της Βόρειας Ηπείρου.
Οι Έλληνες στερούμενοι αρμάτων και επαρκών αντιαρματικών μέσων, προήλαυναν παρακάμπτοντας και περικυκλώνοντας τους Ιταλούς από της δύσβατα όρη της περιοχής, υφιστάμενοι με καρτερία τις αντιξοότητες καιρού και εδάφους. Ο Μουσολίνι έχασε την ψυχραιμία του και απέπεμπε/αντικαθιστούσε τους στρατηγούς του. Η πίεση ήταν τέτοια που οι Ιταλοί έριχναν τις ενισχύσεις τους τμηματικά και ασυντόνιστα στο μέτωπο υφιστάμενοι άσκοπες απώλειες. Οι Έλληνες αψηφώντας τις κακοκαιρίες του Δεκεμβρίου, συνέχισαν την προέλαση. Είχαν αποκρούσει τους Ιταλούς αλλά το κόστος είχε γίνει πια δυσβάστακτο. Επιπλέον, οι Γερμανοί δυσθυμούσαν για την παρουσία της Αγγλικής Αεροπορίας κοντά στις ρουμανικές πετρελαιοπηγές και άρχισαν να προετοιμάζονται γιά επέμβαση. Για να το αποφύγουν αυτό οι Έλληνες τόνιζαν μάταια ότι μάχονταν μόνο κατά της Ιταλίας και όχι κατά της Γερμανίας.
Η κακοκαιρία εξανάγκασε τελικά τους Έλληνες να σταματήσουν τις επιθετικές επιχειρήσεις τον Φεβρουάριο του 1941 λόγω εξάντλησης. Η κατάσταση του Ελληνικού Στρατού ήταν τραγική. Ο αριθμός των θυμάτων από κρυοπαγήματα ήταν υψηλότερος από τον αριθμό απωλειών από την εχθρική δράση και το ένα τρίτο των μεταφορικών ζώων είχε πεθάνει λόγω έκθεσης στο ψύχος αλλά και του ακατάλληλου ή ελαττωμένου φαγητού. Η εκτεταμένη χρήση των ιταλικών λαφύρων δεν μπορούσε να επιλύσει το πρόβλημα. Όλοι πλέον πίστευαν πως η βρετανική αρωγή ήταν η μόνη ελπίδα αλλά η προσφερόμενη βρετανική βοήθεια ήταν ανεπαρκής για την υπεράσπιση της Ελλάδας, ενώ ήταν αρκετή για να προκαλέσει την γερμανική επέμβαση.
Η Μουσολίνι θεωρώντας ότι ή ελληνική εξάντληση ήταν ολοσχερής, αδιαφόρησε για το μέτωπο της Αφρικής και για λόγους προσωπικού κύρους, διέθεσε ό,τι καλύτερο διέθετε κατά της Ελλάδος. Με τρομερό πείσμα, οι Έλληνες στρατιώτες κατάφεραν να αποκρούσουν και την εαρινή επίθεση των Ιταλών αλλά έφτασαν κυριολεκτικά στα όρια τους. Η Ιταλία είχε πλέον υποβιβαστεί σε παθητικό εταίρο του Χίτλερ και ο Άξονας είχε ταπεινωθεί για μια ακόμη φορά, ενώ οι ελπίδες των υποταγμένων λαών αναπτερώθηκαν.
Παρά την γερμανική επίθεση που ακολούθησε και την σκληρή τριπλή κατοχή (Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία), η Ελλάδα κατάφερε με την αντίστασή της να βρεθεί στην πλευρά των νικητών και να ενσωματώσει τα Δωδεκάνησα που τα κατείχαν οι Ιταλοί. Αν είχε συμβιβαστεί, ο Εθνικός Χώρος θα είχε ακρωτηριαστεί και χιλιάδες Έλληνες θα δυστυχούσαν και πολλοί θα είχαν σκοτωθεί χωρίς καν δυνατότητα αντίδρασης. Αποδείχτηκε εν τοις πράγμασι ότι η αντίσταση στους εισβολείς επιβάλλεται και ειρήνης ατίμου, κρείσσων πόλεμος έντιμος.


by