Τεθωρακισμένα

Είναι τα Τεθωρακισμένα απαραίτητα στο σύγχρονο πεδίο μάχης;

Πηγή : https://mwi.westpoint.edu

Γράφει: Ο Επχος Patrick O’Keefe*

Θα μετασχηματιστούν τα Τεθωρακισμένα ή θα χαθούν απο το πεδίο της μάχης;

Οι μεσοπολεμικές περίοδοι είναι εγγενώς απαιτητικές για τους στρατούς, γιατί πρέπει να ισορροπούν ανάμεσα στα διδάγματα προηγούμενων πολέμων και στις αναδυόμενες τεχνολογίες και τακτικές που δοκιμάζονται στις εξελισσόμενες πολεμικές αναμετρήσεις.

Μεγάλο μέρος του τρόπου διεξαγωγής των μελλοντικών πολεμικών επιχειρήσεων επανεξετάζεται υπό το πρίσμα του συνεχιζόμενου ρωσο-ουκρανικού πολέμου, ενώ ο ρόλος των τεθωρακισμένων σχηματισμών συγκεντρώνει επανειλημμένα σημαντική προσοχή.

Οι αρχικές αποτυχίες της Ρωσίας, οι εντυπωσιακές αντεπιθέσεις των ουκρανικών τεθωρακισμένων, η αποτυχία των μεταγενέστερων επιθέσεων και η κατάσταση στασιμότητας και πολέμου φθοράς στην οποία έχουν περιέλθει, έχουν προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στις αναλύσεις και τα επιχειρήματα σχετικά με το αν οι τεθωρακισμένοι σχηματισμοί μπορούν να διατηρήσουν τη σημασία τους, αν μπορούν καν να επιβιώσουν στις συνθήκες του σύγχρονου πεδίου μάχης, ή ακόμα και αν το σώμα τεθωρακισμένων του Στρατού των ΗΠΑ θα έχει την ίδια τύχη με το ιππικό της περιόδου πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πολλά επιχειρήματα που προαναγγέλλουν την απαξίωση των τεθωρακισμένων υπερεκτιμούν τα δεδομένα από τις τρέχουσες, παρατηρήσιμες πολεμικές συγκρούσεις. Ωστόσο, το πλαίσιο στην Ουκρανία είναι μοναδικό: η γεωγραφία του πεδίου της μάχης, η στρατηγική κουλτούρα και η στρατιωτική ιστορία των εμπολέμων, καθώς και οι ευρύτεροι πολιτικοί στόχοι που διακυβεύονται, είναι τα ειδικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης σύγκρουσης.

Αυτό σημαίνει ότι τα διδάγματα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά προτού εξαχθούν και εφαρμοστούν αλλού. Σχεδόν όλοι οι στρατοί αποτυγχάνουν να διαχειριστούν σωστά την καινοτομία και την προσαρμογή κατά την περίοδο μεταξύ των συγκρούσεων, και είναι πιθανό ότι οι όποιες ιδέες διαθέτει ο Στρατός των ΗΠΑ σχετικά με τη διάρθρωση και τη χρήση των τεθωρακισμένων του στον επόμενο πόλεμο θα αποδειχθούν ελαττωματικές —τουλάχιστον εν μέρει— μόλις ξεσπάσει η σύγκρουση.

Το ερώτημα δεν είναι αν τα τεθωρακισμένα θα διατηρήσουν τη σημασία τους στην επόμενη σύγκρουση· η κινητή, προστατευμένη ισχύς πυρός που προκαλεί ισχυρό σοκ στον αντίπαλο θα κατέχει πάντα σημαντική θέση στον χερσαίο πόλεμο, ακόμη και αν η κυρίαρχη σημασία της αυξομειώνεται ανάλογα με τις τεχνολογικές εξελίξεις.

Το ζητούμενο είναι πώς θα διατηρήσουν τη σημασία και την ικανότητα επιβίωσής τους, καθώς και τι μπορεί να πράξει ο Στρατός σήμερα, ώστε να διασφαλίσει ότι οι σχηματισμοί του δεν θα εισέλθουν στον επόμενο πόλεμο εκπαιδευμένοι και εξοπλισμένοι για να διεξάγουν τον προηγούμενο.

Τα τεθωρακισμένα δεν αποτελούν ένα συγκεκριμένο οπλικό σύστημα ούτε μια συγκεκριμένη διάταξη σχηματισμού. Συνιστούν την παροχή κινητής, προστατευμένης ισχύος πυρός, ικανής τόσο για τη διάσπαση της εχθρικής άμυνας όσο και για την εκμετάλλευση της επιτυχίας σε επιχειρησιακό βάθος, προς όφελος του διοικητή της διακλαδικής δύναμης.

Μια κριτική που ασκείται στα επιχειρήματα των υποστηρικτών του τεθωρακισμένου πολέμου είναι ότι εστιάζουν υπερβολικά στον ελιγμό. Σε ένα πεδίο μάχης που χαρακτηρίζεται από συνεχή επιτήρηση και πολυεπίπεδη άμυνα —συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μαζικής εξαπόλυσης πυρομαχικών ακριβείας εναντίον εντοπισμένων σχηματισμών— ο ελιγμός δεν είναι πλέον ευρέως εφικτός.

Συνεπώς, υποστηρίζεται ότι ο πόλεμος φθοράς αποτελεί τη νέα κανονικότητα, με τον ελιγμό να καθίσταται δυνατός μόνο σε περιορισμένα χρονικά παράθυρα ευκαιρίας. Ωστόσο, αυτή η κριτική στη νοοτροπία του ελιγμού αγνοεί το γεγονός ότι ο πόλεμος ελιγμών ήταν ανέκαθεν εφικτός μόνο εντός τέτοιων χρονικών παραθύρων, γεγονός που αναγνωρίζεται και από το δόγμα του Στρατού.

Η διεξαγωγή του πολέμου εναλλάσσεται διαρκώς μεταξύ της υπεροχής της επίθεσης και της άμυνας· σε περιόδους όπου κυριαρχεί η άμυνα, ο πόλεμος φθοράς θα αποτελεί πάντα τον κανόνα για τις περισσότερες συγκρούσεις. Η φθορά και ο ελιγμός, ως επιχειρησιακές μέθοδοι, συνδέονται μεταξύ τους και αλληλοσυμπληρώνονται· καμία από τις δύο δεν αποτελεί απόλυτο μέγεθος.

Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου οι ελιγμοί εκδηλώνονταν μόνο κατά διαστήματα, τα οποία διαχωρίζονταν από μακρύτερες περιόδους στατικού πολέμου και πολέμου φθοράς. Ο πόλεμος ελιγμών των αρχικών σταδίων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στη Φλάνδρα και τη Γαλλία τερματίστηκε έπειτα από μερικές εβδομάδες. Αυτό οδήγησε σε χρόνια στατικού πολέμου, προτού η τακτική και τεχνολογική προσαρμογή, σε συνδυασμό με την εξάντληση των γερμανικών δυνάμεων, οδηγήσουν σε αναζωπύρωση των ελιγμών κατά την «Επιχείρηση των Εκατό Ημερών» το 1918. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του ίδιου πολέμου, στην Πολωνία και τη Ρωσία, οι γερμανικές και ρωσικές δυνάμεις εναλλάσσονταν μεταξύ στατικού πολέμου και πολέμου ελιγμών.

Σημαντικές επιχειρήσεις ελιγμών —όπως η ρωσική εισβολή στη Γαλικία, η εκστρατεία του Τάνενμπεργκ, η επίθεση Γκόρλιτσε-Τάρνοφ, η Επίθεση Μπρουσίλοφ και η Επιχείρηση Φάουστσλαγκ (Faustschlag)— διαχωρίζονταν από μακρές περιόδους πολέμου φθοράς, οι οποίες προσομοίαζαν με τον πόλεμο στη Γαλλία.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εντυπωσιακές επιχειρήσεις ελιγμών της Βέρμαχτ κατά τα καλοκαίρια και τα φθινόπωρα του 1941 και του 1942 κατέληξαν σε περιόδους στατικού πολέμου. Μετά την αποτυχία κατάληψης της Μόσχας, το μεγαλύτερο μέρος του σοβιετο-γερμανικού πολέμου στον βορρά διεξήχθη με στατικές μεθόδους, ενώ ελιγμοί πραγματοποιούνταν μόνο στον νότο.

Μετά το Στάλινγκραντ, οι Σοβιετικοί συνέχισαν να δημιουργούν ολοένα και πυκνότερα αμυντικά συστήματα μέχρι το 1944, οπότε και οι σοβιετικοί ελιγμοί σε βάθος κατέστρεψαν τη γερμανική Ομάδα Στρατιών «Κέντρο» κατά τη διάρκεια της Επιχείρησης Μπαγκρατιόν.

Ο Αραβο-ισραηλινός Πόλεμος του 1973 συμπύκνωσε αυτόν τον κύκλο σε διάστημα λίγων εβδομάδων. Η αιφνιδιαστική επίθεση της Αιγύπτου πέρα ​​από τη Διώρυγα του Σουέζ, σε συνδυασμό με το ολοκληρωμένο δίκτυο αντιαρματικής και αντιαεροπορικής άμυνας που διέθετε, ανέκοψε τις ισραηλινές αντεπιθέσεις ελιγμού και μετέτρεψε το μέτωπο του Σινά σε πεδίο στατικού πολέμου. Η μεταγενέστερη αιγυπτιακή επίθεση, πέρα ​​από τις δικές της αμυντικές γραμμές και την ομπρέλα αντιαεροπορικής προστασίας, έδωσε τη δυνατότητα στις Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις να εφαρμόσουν τακτικές ελιγμών, να εκμεταλλευτούν ένα ρήγμα στη διάταξη των αιγυπτιακών δυνάμεων, να διεισδύσουν στο Ντεβερσουάρ και να κυκλώσουν το σύνολο της αιγυπτιακής Τρίτης Στρατιάς.

Αν και η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, η στρατιωτική ιστορία συχνά παρουσιάζει ομοιότητες που θυμίζουν ομοιοκαταληξία. Ο δημόσιος διάλογος στους κόλπους των δυτικών ενόπλων δυνάμεων, ως αντίδραση στη χρήση του πυραύλου Sagger και άλλων σοβιετικών όπλων σε πραγματικές συνθήκες μάχης το 1973, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τις σημερινές συζητήσεις.

Η εμφάνιση του κατευθυνόμενου αντιαρματικού πυραύλου θεωρήθηκε τότε ότι σήμαινε το τέλος του άρματος μάχης, ενώ τα νέα συστήματα αεράμυνας καθιστούσαν τις ολοκληρωμένες αμυντικές διατάξεις αδιαπέραστες. Ωστόσο, ο Στρατός των ΗΠΑ —όπως και άλλες στρατιωτικές δυνάμεις— ανέπτυξε νέες τακτικές, τεχνικές και διαδικασίες, νέο εξοπλισμό και νέο δόγμα, με στόχο την εξουδετέρωση αυτών των συστημάτων και τη δημιουργία ευκαιριών για ελιγμούς. Το πρόβλημα που θέτουν σήμερα τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) δεν διαφέρει ουσιαστικά από το ζήτημα των κατευθυνόμενων αντιαρματικών πυραύλων της δεκαετίας του 1970, ούτε από το πρόβλημα της αμυντικής ισχύος πυρός του 1914.

Ακόμη και όταν η επιθετική πλευρά έχει το πάνω χέρι, το έδαφος, οι περιορισμοί του υλικού και οι απαιτήσεις Διοικητικής Μέριμνας μπορούν να αναγκάσουν και τις δύο πλευρές να εισέλθουν σε περιόδους φθοράς. Τίποτα από αυτά δεν καθιστά τον πόλεμο φθοράς επιθυμητό ή καθοριστικό. Ο πόλεμος φθοράς σε επιχειρησιακό επίπεδο οδηγεί σε έκβαση μέσω μακροχρόνιας εξάντλησης. Η φθορά αποδυναμώνει τον εχθρό, εξουδετερώνει τα αμυντικά του συστήματα και εξαντλεί το έμψυχο δυναμικό του, αλλά δεν μετατρέπει την καταστροφή στο πεδίο της μάχης σε επιχειρησιακό ή πολιτικό αποτέλεσμα.

Ο ελιγμός παραμένει το μέσο με το οποίο μια δύναμη μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή την αποδυνάμωση, καταλαμβάνοντας κρίσιμα εδάφη, διαταράσσοντας τη συνοχή της εχθρικής διάταξης σε βάθος, καταρρίπτοντας την άμυνα ή απειλώντας τοποθεσίες, εγκαταστάσεις και συστήματα των οποίων η απώλεια θα ήταν απαγορευτική για τον εχθρό.

Το δίλημμα ανάμεσα στον ελιγμό και στον πόλεμο φθοράς ή θέσεων είναι πλασματικό. Η πρόκληση για τον Στρατό έγκειται στο πώς θα δημιουργήσει και θα αξιοποιήσει ευκαιρίες για ελιγμούς, χωρίς να εξαντλήσει τις απαραίτητες δυνάμεις. Ο πόλεμος φθοράς επιβάλλει διαφορετικές απαιτήσεις σε ένα στράτευμα, ενώ παράλληλα τείνει εκ φύσεως να αυτοσυντηρείται.

Μια δύναμη που έχει διαμορφωθεί αποκλειστικά για την ανταλλαγή απωλειών αποκτά, αναπόφευκτα, ικανότητα στην καταστροφή του εχθρικού υλικού και έμψυχου δυναμικού, χωρίς όμως να διατηρεί την ουσιαστική δυνατότητα να αξιοποιήσει αυτή τη φθορά ή να τη μετατρέψει σε αποτελέσματα σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Είναι επικίνδυνο να αγνοείται η βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν φάσεις —ενδεχομένως παρατεταμένες— πολέμου φθοράς προτού παρουσιαστεί ευκαιρία για ελιγμό, και μια τέτοια παράβλεψη πρέπει να αποφεύγεται· ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι ο Στρατός οφείλει να εγκαταλείψει τον ελιγμό και να εκπαιδευτεί ή να εξοπλιστεί αποκλειστικά για αγώνα φθοράς. Μια τέτοια επιλογή θα σήμαινε παραίτηση από κάθε προοπτική επίτευξης αποφασιστικού αποτελέσματος με τους όρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ωστόσο, το γεγονός ότι τα χρονικά παράθυρα για τη διεξαγωγή ελιγμών είναι περιορισμένα, δεν καθιστά τη διαδικασία παθητική ή τυχαία. Οι δυνάμεις του Στρατού θα επιδιώκουν διαρκώς να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τα δικά τους παράθυρα ελιγμών, σε συνεργασία με τη διακλαδική δύναμη. Το σύστημα «Κινητής Προστατευμένης Ισχύος Πυρός» (Τεθωρακισμένα) —ως κεντρικό στοιχείο μιας ομάδας συνδυασμένων όπλων ικανής να εντοπίζει, να πλήττει, να προστατεύει και να διατηρεί τον ρυθμό των επιχειρήσεων— παραμένει η βέλτιστη μέθοδος ώστε ο Στρατός να δημιουργεί αρχικά ευκαιρίες για ελιγμούς και, στη συνέχεια, να αξιοποιεί την επιτυχία αυτή. Δεν αποτελεί, ούτε θα αποτελέσει ποτέ, τη μοναδική επιλογή, καθώς σε ορισμένα εδάφη ή απέναντι σε συγκεκριμένους εχθρούς ενδέχεται να προτιμώνται άλλοι σχηματισμοί.

Παρ’ όλα αυτά, οι τεθωρακισμένοι σχηματισμοί είναι οι πλέον κατάλληλοι για την ουσιαστική αξιοποίηση της επιτυχίας μιας διάσπασης, ενώ, όταν οι ίδιοι διενεργούν τη διάσπαση, μπορούν να το πράξουν με τη μέγιστη ταχύτητα. Ακόμη και αν είναι εξοπλισμένοι με ρομποτικά και αυτόνομα συστήματα ή ελαφρά τροχοφόρα οχήματα, άλλοι σχηματισμοί δεν θα διαθέτουν την απαιτούμενη ισχύ πυρός, ταχύτητα και ικανότητα επιβίωσης για να διεξάγουν επιχειρήσεις εκμετάλλευσης σε βάθος και να αντέξουν σε παρατεταμένη ή απρόσμενη επαφή με τον εχθρό.

Μέσω του διαρκούς εντοπισμού, των πυρών, των ηλεκτρομαγνητικών ενεργειών, των ενεργειών εξασφάλισης κινητικότητας, της πολυεπίπεδης προστασίας και της υποστήριξης από άλλες πολεμικές λειτουργίες, οι μελλοντικοί τεθωρακισμένοι σχηματισμοί διαθέτουν τη μοναδική ικανότητα να συγκεντρώνονται ταχύτατα σε ένα εντοπισμένο σημείο διάσπασης, να διαρρηγνύουν τις εχθρικές αμυντικές γραμμές και να συνεχίζουν τον αγώνα στο εχθρικό βάθος, με στόχο την κατάρρευση των εχθρικών πολεμικών συστημάτων ταχύτερα από όσο ο εχθρός μπορεί να αντιδράσει. Οι τεθωρακισμένοι σχηματισμοί διαθέτουν την απαιτούμενη ταχύτητα, ισχύ πυρός και ανθεκτικότητα για την εκτέλεση αυτών των αποστολών.

Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι τα βαρέα κύρια άρματα μάχης, πρέπει να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της μαχητικής ισχύος σε αυτούς τους τεθωρακισμένους σχηματισμούς. Αντιλήψεις όπως το βρετανικό μοντέλο κατανομής «20-40-40» —όπου το 20% της σύνθεσης ενός σχηματισμού αποτελείται από συστήματα υψηλών προδιαγραφών (όπως τα κύρια άρματα μάχης), το 40% από συστήματα που μπορούν να υποστούν απώλειες αλλά είναι επαναχρησιμοποιήσιμα (όπως οι ρομποτικές και αυτόνομες πλατφόρμες) και το 40% από αναλώσιμα συστήματα (όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη επίθεσης μίας χρήσης)— αναδεικνύουν έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της μαχητικής ισχύος.

Η κινητή ισχύς πυρός με προστασία δεν πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ένα συγκεκριμένο σύστημα. Επιπλέον, οι τεθωρακισμένες πλατφόρμες —είτε επανδρωμένες είτε μη επανδρωμένες— δεν μπορούν να επιτύχουν τίποτα από αυτά μόνες τους. Τα τεθωρακισμένα ενισχύουν τις υπόλοιπες δυνατότητες μιας ταξιαρχίας συνδυασμένων όπλων και ενισχύονται από αυτές, αποτελώντας ουσιώδες στοιχείο της προσέγγισης του Στρατού για τη δράση συνδυασμένων όπλων. Η σε μεγάλη κλίμακα κατάργηση της κινητής ισχύος πυρός με προστασία από τη «εργαλειοθήκη» των συνδυασμένων όπλων αποτελεί εσφαλμένη και ατυχή επιλογή.

Μια μελλοντική τεθωρακισμένη ταξιαρχία συνδυασμένων όπλων (ABCT), ανεξάρτητα από το νέο μοντέλο οργάνωσης, οφείλει να διατηρεί την ικανότητα ελιγμού και παροχής κινητής ισχύος πυρός με προστασία. Ένα τάγμα συνδυασμένων όπλων θα πρέπει να διαφέρει ριζικά από ένα τάγμα που απλώς ενισχύεται με ρομποτικές διμοιρίες ή μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εκτοξεύονται από τεθωρακισμένα οχήματα.

Αντιθέτως, ο Στρατός και το Όπλο των Τεθωρακισμένων οφείλουν να καθορίσουν ποιες δυνατότητες απαιτούνται για μια μελλοντική ABCT, ώστε να συνεχίσει να παρέχει στη διακλαδική δύναμη ικανότητα ταχείας διάσπασης και εκμετάλλευσης με υψηλά ποσοστά επιβιωσιμότητας, και στη συνέχεια να εφαρμόσουν τον κατάλληλο συνδυασμό τεχνολογιών, συστημάτων και προσωπικού για τη διασφάλιση αυτής της παροχής. Τα ρομποτικά και αυτόνομα συστήματα είναι πιθανό να διαδραματίσουν ρόλο σε όλες τις φάσεις της μάχης μιας μελλοντικής ABCT: από την επιτήρηση και τον εντοπισμό, έως τη διαμόρφωση του πεδίου και την καταστολή, την εξουδετέρωση του αντιπάλου και, τέλος, τον ελιγμό εναντίον του.

Αυτές οι δυνατότητες ξεκινούν με την δυνατότητα παρατήρησης των φίλιων δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα ελαχιστοποιούν την ικανότητα του εχθρού να παρατηρεί τις φίλιες δυνάμεις. Οι μόνιμοι εναέριοι, επίγειοι και ηλεκτρομαγνητικοί αισθητήρες σε συνδυασμό με την εξαπάτηση, τη διαχείριση ψηφιακών υπογραφών, ακόμη και τις βελτιωμένες τακτικές, τεχνικές και διαδικασίες για απόκρυψη σε ατομικό επίπεδο είναι απαραίτητοι για να μπορέσει η μελλοντική Ταξιαρχία συνδυασμένων όπλων να εντοπίσει το σημείο διείσδυσης, αποτρέποντας παράλληλα την καταστροφή πριν από τη συγκέντρωση.

Μία τέτοια Ταξιαρχία (ABCT) θα πρέπει να έχει οργανική και ανταποκρινόμενη ικανότητα ανίχνευσης και κρούσης που συνδυάζει drones, αιωρούμενα πυρομαχικά, άμεσα πυρά, έμμεσα πυρά και ηλεκτρονική επίθεση σε κάποια απόσταση εντός του στόχου εκμετάλλευσής του, ίσως σαράντα έως πενήντα χιλιόμετρα ή και περισσότερο, ανάλογα με τις συνθήκες του πεδίου της μάχης. Και, το πιο σημαντικό, ένα ABCT πρέπει να έχει την ικανότητα να εκτοπίζει αυτή την ικανότητα προς τα εμπρός γρήγορα.

Στη συνέχεια, χρειάζεται ισχυρή και πλεονάζουσα ικανότητα κινητικότητας μηχανικού που παρέχει εκρηκτικές και μηχανικές παραβιάσεις, καθώς και διέλευση κενών. Πρέπει να διαθέτει πολυεπίπεδη προστασία, συμπεριλαμβανομένων των αντι-drones, της αεράμυνας μικρής εμβέλειας, του ηλεκτρονικού πολέμου και των ενεργών δυνατοτήτων σκληρής εξόντωσης, επαρκείς για την προστασία των δυνάμεων συγκέντρωσης. Η διοίκηση και ο έλεγχος πρέπει να είναι ανθεκτικοί, κατανεμημένοι και ικανοί να λειτουργούν μέσα από την υποβάθμιση του εχθρού.

Το πιο σημαντικό είναι ότι απαιτεί επαρκή κινητή προστατευμένη ισχύ πυρός -είτε επανδρωμένη, ρομποτική είτε κάποιο μείγμα και των δύο- για να επιβιώσει από επαφή, να διεισδύσει στις εχθρικές άμυνες, να καταλάβει και να κρατήσει το έδαφος και να εκμεταλλευτεί σε επιχειρησιακό βάθος.

Τέλος, καμία από αυτές τις δυνατότητες δεν έχει σημασία εάν αυτή η Ταξιαρχία (ABCT) δεν μπορεί να διατηρήσει ρυθμό. Η προστατευμένη εφοδιαστική, η ρομποτική ανάκτηση, η ταχεία επισκευή, η προσθετική κατασκευή, η ενέργεια ως κατηγορία εφοδιασμού και η ροή των ανταλλακτικών και αναλώσιμων συστημάτων πρέπει να κινούνται μέσω της διείσδυσης παράλληλα με τη δύναμη ελιγμών.

Δεν είναι απαραίτητο οι δυνατότητες αυτές να υφίστανται ταυτόχρονα σε όλα τα τάγματα, αλλά πρέπει να είναι διαθέσιμες στο κατάλληλο κλιμάκιο, με την απαιτούμενη ταχύτητα και κλίμακα, ώστε να εντοπίζεται, να δημιουργείται και να αξιοποιείται συνεχώς το «παράθυρο ελιγμού» ταχύτερα από ό,τι ο εχθρός μπορεί να ανασυγκροτήσει το αμυντικό του σύστημα.

Η χρήση αυτών των δυνατοτήτων ως κατευθυντήριων γραμμών θα μας επιτρέψει να εξετάσουμε πώς τα ρομποτικά και αυτόνομα συστήματα μεταβάλλουν τον τρόπο διεξαγωγής της μάχης από έναν σχηματισμό συνδυασμένων όπλων. Είναι πιθανό να διευρύνουν τις δυνατότητες αναγνώρισης, να διεξάγουν πολεμικές επιχειρήσεις σε ζώνες πλήρως απαλλαγμένες από ανθρώπινη παρουσία ή να αναλάβουν αποστολές —όπως η επίθεση κατά ισχυρών αμυντικών σημείων, η ασφάλεια των πλευρών ή η διάσπαση εμποδίων— απαλλάσσοντας από αυτές τις επανδρωμένες μονάδες και επιτρέποντας έτσι την ανακατανομή του ανθρώπινου δυναμικού σε άλλους τομείς. Η αξία τους έγκειται στη μεταβολή του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο ο σχηματισμός εκθέτει το προσωπικό και τα μέσα του που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντικατασταθούν.

Η αναδιοργάνωση της Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας Μάχης (ABCT) με άξονα αυτές τις δυνατότητες και την ενσωμάτωση σημαντικά μεγαλύτερου αριθμού ρομποτικών και αυτόνομων συστημάτων ενέχει σημαντικούς κινδύνους. Ωστόσο, αν και οι κίνδυνοι αυτοί διαφέρουν, δεν είναι κατ’ ανάγκην μεγαλύτεροι από τους κινδύνους και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι σημερινοί μας σχηματισμοί λόγω της ραγδαία μεταβαλλόμενης φύσης του σύγχρονου πεδίου μάχης.

Το «διαφορετικό» δεν συνεπάγεται απαραίτητα και «δυσκολότερο» σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Απαιτείται σημαντικό αρχικό κόστος επένδυσης για τον εκσυγχρονισμό και την αλλαγή, το οποίο ο Στρατός οφείλει να καταβάλει ώστε οι τεθωρακισμένοι σχηματισμοί του να επιβιώσουν από τον μετασχηματισμό της μάχης και να παραμείνουν ένα αξιόμαχο και αποτελεσματικό εργαλείο ελιγμού στην αιχμή του δόρατος. Μόνο μέσω εκτεταμένων και τολμηρών δοκιμών νέων —και ενίοτε ριζικά διαφορετικών— δομών Ταξιαρχιών συνδυασμένων όπλων, υπό ρεαλιστικές συνθήκες, θα μπορέσει να διαπιστωθεί εάν τα οφέλη των νέων τύπων σχηματισμών υπερτερούν των κινδύνων που ενέχουν.

Καθώς οι εν λόγω Ταξιαρχίες εξελίσσονται, θα εξελίσσονται αντίστοιχα και τα μελλοντικά κύρια άρματα μάχης. Όπως ακριβώς ο ναυτικός και ο αεροπορικός πόλεμος εξελίχθηκαν πέρα ​​από τις εμπλοκές άμεσου πυρός εντός του οπτικού πεδίου, έτσι θα εξελιχθεί και ο πόλεμος των αρμάτων. Είτε πρόκειται για πυρομαχικά τύπου drone με δυνατότητα προβολής εικόνας από την οπτική γωνία του χειριστή (FPV), είτε για βλήματα ακριβείας που κατευθύνονται από drones επιτήρησης σε επίπεδο διμοιρίας, τα μελλοντικά άρματα θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα ακριβούς βολής πέρα ​​από το οπτικό πεδίο.

Παράλληλα, οφείλουν να διατηρούν τη φονική ακρίβεια άμεσου πυρός σε εμπλοκές εντός του οπτικού πεδίου, καθώς η προσέγγιση και η καταστροφή εχθρικών σχηματισμών σε μάχη εκ του σύνεγγυς θα παραμένουν πάντα απαραίτητες για την κατάληψη και διακράτηση εδάφους, καθώς και για τη μετατροπή των τακτικών αποτελεσμάτων σε επιχειρησιακό όφελος. Ωστόσο, η ζώνη εμπλοκής των αρμάτων θα διευρύνεται καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία. Τα άρματα θα πρέπει επίσης να διαθέτουν μια δέσμη τοπικών, αυτοματοποιημένων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου και ενεργητικής προστασίας για την αντιμετώπιση αντίστοιχων εχθρικών δυνατοτήτων, ενώ ο ρόλος τους στην προστασία της δύναμης παραμένει κρίσιμος.

Σε περίπτωση αποτυχίας των συστημάτων «μαλακής» (soft-kill) και «σκληρής» (hard-kill) εξουδετέρωσης απειλών, τα άρματα οφείλουν να παρέχουν την απαραίτητη προστασία ώστε να διασφαλίζεται η επιβίωση του πολυτιμότερου στοιχείου: του πληρώματος. Για έναν Στρατό που βασίζεται στο ποιοτικό πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων του, η θυσία της ισχυρής θωράκισης χάριν του χαμηλότερου κόστους και της ταχύτερης δυνατότητας ανάπτυξης υπονομεύει μακροπρόθεσμα τις τεθωρακισμένες δυνάμεις.

Η τρέχουσα Ταξιαρχία Συνδυασμένων Όπλων (ABCT) αποτελεί προσωρινή εκφράση μιας διαχρονικής επιχειρησιακής απαίτησης στο πεδίο της μάχης. Ο ελιγμός δεν ταυτίζεται με τη συνεχή κίνηση και τις αδιάκοπες, σαρωτικές προελάσεις. Ο διαχρονικός ρόλος των τεθωρακισμένων είναι η παροχή κινητής και προστατευμένης ισχύος πυρός, την οποία ο διοικητής των χερσαίων δυνάμεων μπορεί να αξιοποιήσει για να αντέξει σε παρατεταμένη επαφή με τον εχθρό, να εξασφαλίσει ελευθερία δράσης, να διασπάσει τις εχθρικές αμυντικές γραμμές και να εκμεταλλευτεί την επιτυχία για την επίτευξη αποτελεσμάτων σε βάθος, σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η κατάργηση των Τεθωρακισμένων αποτελεί αδόκιμο σημείο σύγκρισης για οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το μέλλον των τεθωρακισμένων. Τα Τεθωρακισμένα παρείχαν κινητή ισχύ κρούσης και δυνατότητα ταχείας εκμετάλλευσης της επιτυχίας στο πλαίσιο μιας προσέγγισης συνδυασμένων όπλων — ρόλο που το άρμα μάχης ανέλαβε και εκπλήρωσε αποτελεσματικότερα.

Παρά την άνοδο των ρομποτικών και αυτόνομων συστημάτων και τον πολλαπλασιασμό των αισθητήρων, δεν υφίσταται άλλη ικανότητα που να μπορεί να παρέχει σταθερά τα παραπάνω στη διακλαδική δύναμη, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητα επιβίωσης στο πεδίο.

Ο Στρατός και το Όπλο των Τεθωρακισμένων οφείλουν να συνεχίσουν τον πειραματισμό με νέες —και ενίοτε ριζοσπαστικές— αλλαγές στον τρόπο αντίληψης της παροχής κινητής και προστατευμένης ισχύος πυρός, ακόμη και αν ορισμένες ή πολλές από αυτές τις αλλαγές αποδειχθούν τελικά λανθασμένες. Το μέσο (πλατφόρμα), η οργανωτική δομή και τα χρονικά περιθώρια για την παροχή αυτής της ισχύος μπορούν και θα αλλάξουν ριζικά με την πάροδο του χρόνου. Η ανάγκη ύπαρξης των τεθωρακισμένων, ωστόσο, παραμένει αμετάβλητη.

*Ο Επχος Patrick O’Keefe είναι αξιωματικός τεθωρακισμένων του Στρατού των ΗΠΑ και αυτή την περίοδο σπουδάζει στο πρόγραμμα Strategic Thinkers του Secretary of War. Η πιο πρόσφατη τοποθέτησή του ήταν ως εκτελεστικός αξιωματικός της 3ης Τεθωρακισμένης Ταξιαρχίας Μάχης, 1ης Μεραρχίας Ιππικού. Η προηγούμενη εμπειρία του περιλαμβάνει υπηρεσία σε τεθωρακισμένους και Stryker σχηματισμούς και επιχειρησιακές και μάχιμες αναπτύξεις σε CENTCOM και EUCOM.

Σας άρεσε το άρθρο;

Κάντε Click για να βαθμολογήσετε

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Βαθμολογήστε πρώτος!

As you found this post useful...

Follow us on social media!

Author