Ο μπουρλοτίερης Κωνσταντίνος Κανάρης

Ο μπουρλοτίερης Κωνσταντίνος Κανάρης Πεθαίνει 2 Σεπ1877

Πηγή: https://methormisakathektou.blog

Κωνσταντίνος Κανάρης: Ο μεγάλος πυρπολητής της Επανάστασης

Γεννήθηκε το 1793 στα Ψαρά όπου και μεγάλωσε. Tο πραγματικό όνομα του Κανάρη ήταν Κωνσταντής Νικολάου Σπηλιωτέας.Η ετυμολογία του ονόματός του κατά μίαν άποψη προέρχεται από τη λέξη καρνάγιο (ιταλικά carenaggio = ναυπηγείο).Υπάρχει όμως και δεύτερη εκδοχή. Κατά το ημερολόγιο του γιου του, πυρπολητή Αριστείδη Κ. Κανάρη, «…απεκλήθη ο πατήρ μου Κάν-Άρης ή Κανάρης, λόγω του μειλιχίου και σώφρονος χαρακτήρος του, διότι αν και ριψοκίνδυνος, πολεμικός και αποφασιστικός, ενήργει πάντοτε κατόπιν περισκέψεως…». Η τρίτη εκδοχή, είναι να προέρχεται το επώνυμο από το καναρίνι, λόγω του μειλίχιου χαρακτήρα του.

Ήταν το μικρότερο παιδί του Ψαριανού Δημογέροντα Μιχαήλ Κανάριου και της Μαρώς (το γένος Μπουρέκα) Έμεινε πολύ μικρός ορφανός από πατέρα και έτσι άρχισε να δουλεύει σε πλοία συγγενών του, κυρίως σ’ αυτό του θείου του Μπουρέκα. Αρχικά το όνομά του ήταν “Κανάριος” και τελικά έγινε Κανάρης. Όταν πέθανε ο θείος του, στου οποίου το μικρό εμπορικό πλοίο εργαζόταν, ανέλαβε καπετάνιος ο ίδιος σε ηλικία 20 ετών. Πήγε στην Οδησσό για πρώτη φορά το 1820.

Ήξερε για τη Φιλική Εταιρεία αλλά δεν είχε γίνει μέλος της. Όταν έμαθε ότι ξέσπασε η επανάσταση στη Μολδαβία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, έσπευσε αυθόρμητα να πάρει μέρος στον πρώτο “πολεμικό στόλο” των Ψαριανών υπό τον Ν. Αποστόλη. Από τους πρώτους μήνες ο Κανάρης ξεχώρισε για το θάρρος του και την αποφασιστικότητά του, κάνοντας επιδρομές στα μικρασιατικά παράλια ενώ κατόπιν εντάχθηκε στα πυρπολικά. Η ανατίναξη ενός τουρκικού δικρότου στην Ερεσό από τον Δημήτριο Παπανικολή τον παρακίνησε σε ανάλογο εγχείρημα.

Ο Κανάρης θα εκδικηθεί την καταστροφή της Χίου το 1822. Τον Ιούνιο του 1822, αφού ο Ελληνικός Στόλος δεν κατάφερε να σώσει τη Χίο από την οθωμανική σφαγή, ο Κανάρης ανέλαβε να βάλει μπουρλότο στη ναυαρχίδα του Καπουδαν Πασά (Στολαρχου) Nasuhzade Ali Paşa, του επονομαζόμενου και Καρά Αλή λόγω της ωμότητας του, ο οποίος ήταν επικεφαλής του στρατού που έσφαξε τους κατοίκους και έκαψε το νησί. Η επίθεση ήταν άκρως αποτελεσματική. Τα θύματα ήταν πάρα πολλά. Μεταξύ αυτών ο ναύαρχος Καρά Αλής, αξιωματικοί του και πολλοί ναύτες. Το πυρπολικό του Πιπίνου προσέγγισε την υποναυαρχίδα την οποία πυρπόλησε επιτυχώς.

“Η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κωνσταντίνο Κανάρη”, πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα (Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο)

Την 1η Ιουνίου, τα δύο πυρπολικά, ένα ψαριανό με κυβερνήτη τον Κωνσταντίνο Κανάρη και ένα υδραϊκό με κυβερνήτη τον Ανδρέα Πιπίνο, ξεκίνησαν προς αναζήτηση του Οθωμανικού Στόλου. Τα δύο πυρπολικά συνόδευαν τέσσερα μπρίκια (δύο ψαριανά με πλοιάρχους τους Νικόλαο Γιαννίτση και Γεώργιο Κουτσούκο και δύο υδραϊκά με τους Ιωάννη Ζάκα και Αντώνιο Ραφαλιά), που θα αναλάμβαναν τη διάσωση των πληρωμάτων μετά την πυρπόληση.

Με αρκετές προφυλάξεις, τα δύο πυρπολικά πλησίασαν τον οθωμανικό στόλο, που ναυλοχούσε στη Χίο και περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσουν. Επέλεξαν τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου 1822. Ήταν μία νύχτα χωρίς φεγγάρι και οι αξιωματικοί είχαν συγκεντρωθεί στη φωταγωγημένη ναυαρχίδα του τουρκικού στόλου για να γιορτάσουν τη λήξη του ραμαζανιού.

Ο Κανάρης προσέδεσε το πυρπολικό στην ναυαρχίδα, ενώ ο Καρά Αλή επιβιβάστηκε σε λέμβο αλλά ένα φλεγόμενο κομμάτι του πλοίου τον χτύπησε στο κεφάλι και τον σκότωσε. Οι δύο χιλιάδες άνδρες του οθωμανικού πλοίου χάθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Μπεκίρ Μπέης, που ανέλαβε τη διοίκηση του στόλου μετά το θάνατο του Καρά Αλή, αποχώρησε και δεν τόλμησε να επιτεθεί στα Ψαρά ή στην Σάμο και επέστρεψε στον Ελλήσποντο. Οι Τούρκοι στην Χίο, όταν έμαθαν για το περιστατικό, «αποτελείωσαν» το νησί, καταστρέφοντας τα Μαστιχοχώρια.

Ο Κανάρης ακόμη ανέλαβε να φέρει εις πέρας και σχέδιο προσβολής του Αιγυπτιακού Στόλου με πυρπολικά στην βάση του στην Αλεξάνδρεια. Τελικά η επιχείρηση απέτυχε λόγω της νηνεμίας που εμπόδισε τα πυρπολικά να πλεύσουν προς τον στόχο. Στις 10 Αυγούστου του 1825, ο Τομπάζης και ο Αντώνιος Κριεζής, μαζί με τα πυρπολικά του Αντωνίου Βώκου, του Μανώλη Μπούτη και του Κανάρη, έφθασαν έξω από την Αλεξάνδρεια. Ο Κανάρης θεωρώντας τον άνεμο ευνοϊκό για τα πυρπολικά σηκώνοντας ρωσική σημαία μπήκε μόνος του στο λιμάνι. Ο άνεμος όμως κόπασε ξαφνικά με συνέπεια να μην μπορεί να φθάσει τον εχθρικό στόλο. Τότε έγινε αντιληπτός από γαλλικό πολεμικό πλοίο.

Ο Κανάρης έβαλε φωτιά στο πυρπολικό και μαζί με τους ναύτες του επιβιβάστηκε στην βάρκα διαφυγής. Το γαλλικό πολεμικό και τα παράκτια πυροβολεία έβαλαν εναντίον του Κανάρη χωρίς όμως επιτυχία. Ο ίδιος ο Μεχμέτ Αλή πήρε μερικά πλοία και κυνήγησε τους Έλληνες μέχρι τις ακτές της Καραμανίας χωρίς αποτέλεσμα. Εμπνευστής της καταδρομικής επιχείρησης ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Τα Ψαρά έχουν καταστραφεί και ο Κανάρης είχε ενταχθεί στην δύναμη των Υδραίων.

Το 1826 τοποθετήθηκε κυβερνήτης του νέου πλοίου Ελλάς και το 1827 εξελέγη πληρεξούσιος των Ψαρών στη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Στην απελευθερωμένη Ελλάδα ο Κανάρης θα αναλάβει πολλές φορές υπουργός και πρωθυπουργός.

Η εποχή του Καποδίστρια

Από το 1828 έως το 1833 επικρατεί έντονη αστάθεια στην Ελλάδα. Η Επανάσταση είχε αφήσει καμένη γη. Τα χωράφια είχαν μείνει ακαλλιέργητα, πόλεις και χωριά είχαν ερημωθεί, ενώ η ανυπαρξία πολιτικών δομών δημιουργούσε όχι μόνο οικονομική καχεξία, αλλά και διάφορες ταραχές. Ο επί αιώνες εδραιωμένος τοπικισμός δρούσε πολλές φορές ανασταλτικά στην οργάνωση μιας κεντρικής διοίκησης. Αυτή η σύγκρουση θα επηρεάσει και το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.

Επιπροσθέτως, η Ελληνική Επανάσταση δεν είχε τελειώσει, παρόλο που οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις είχαν καταλήξει στην δημιουργία κάποιου είδους ελληνικού κράτους. Πολλά προβλήματα εξακολουθούσαν να είναι άλυτα, όπως τα εδαφικά όρια του νεοσύστατου κράτους και η φύση του, αν θα είναι δηλαδή ανεξάρτητο ή αυτόνομο, καθώς στη δεύτερη περίπτωση, θα πλήρωνε φόρο υποτελείας στον σουλτάνο. Στην Ελλάδα, είχαν μείνει αρκετές οθωμανικές δυνάμεις και η εκκαθάρισή τους ήταν επείγουσα, γιατί όσες περιοχές περνούσαν στον ελληνικό έλεγχο, αυτές θα ήταν διεκδικήσιμες για το μελλοντικό κράτος.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, θα αποβιβαστεί στην Αίγινα στις 11 Ιανουαρίου του 1828, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, ο Ιωάννης Καποδίστριας. Εκεί τον ανέμεναν η Αντικυβερνητική Επιτροπή, η Βουλή, οι τοπικές αρχές και χιλιάδες λαού που του επιφύλαξαν αποθεωτική υποδοχή . Ο Καποδίστριας αποβιβάστηκε με μία λέμβο, στην οποία ήταν αναρτημένη  η Ελληνική Σημαία, ενώ παράλληλα οι τρεις πλοίαρχοι των ξένων πολεμικών που τον συνόδευαν, χαιρέτισαν με κανονιοβολισμούς τον Κυβερνήτη και για πρώτη φορά, και την Ελληνική Σημαία.

Η ηγεσία του Στόλου, μετά την αποχώρηση του Κόχραν τον Δεκέμβριο του 1827, ρυθμίστηκε ως εξής: την αρχηγία της Μοίρας του Αιγαίου την είχε ο Μιαούλης και την αρχηγία του υπαγόμενου σε αυτήν Στολίσκου των Πυρπολικών ο Κανάρης· τη Μοίρα Ακτών Μεσσηνίας ανέλαβε ο Γεώργιος Σαχτούρης, ο οποίος επιφορτίστηκε και με τον θαλάσσιο αποκλεισμό από την Πρέβεζα ως την Κρήτη· την αρχηγία της Μοίρας Ευβοϊκού ανέλαβε ο Γεώργιος Σαχίνης, ενώ τη Μοίρα Κορινθιακού, η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Μοίρα Δυτικής Ελλάδος, ανέλαβε ο πλοίαρχος Άστιγξ , μετά τον θάνατο αυτού ο Αντόνιο Μπασάνο (Κορσικανός φιλέλληνας)  και τέλος, ο Αντώνιος Κριεζής.

Καταστολή της πειρατείας

Το Ελληνικό Ναυτικό έπρεπε πια όχι μόνο να πολεμά τους εχθρούς, αλλά και να αστυνομεύει τις ελληνικές θάλασσες από τους πειρατές στο πλαίσιο της καταπολέμησης της αταξίας και της δημιουργίας νομιμότητας. Οι πειρατές είχαν δύο ορμητήρια, τις Βόρειες Σποράδες και την Γραμβούσα της Κρήτης.

Η επιχείρηση καταστολής της πειρατείας στις Βόρειες Σποράδες ανατέθηκε από τον Κυβερνήτη στον Ναύαρχο Μιαούλη, ο οποίος απέπλευσε στις 18 Φεβρουαρίου του 1828 από τον Πόρο με στολίσκο αποτελούμενο από το δίκροτο Ελλάς, την κανονιοφόρο Φιλελληνίς και μια ένοπλη τράτα. Το κύρος του ναυάρχου, καθώς και η δυνατότητα της συγχώρεσης που ακολούθησε, οδήγησαν τους πειρατές στο να παραδοθούν αμαχητί και να ενταχθούν στον Ελληνικό Στρατό αργότερα. Από τα 79 πλοιάρια που παραδόθηκαν, ο Μιαούλης βύθισε ή έκαψε 41 συνολικά, τα οποία δεν ήταν σε καλή κατάσταση, ενώ έστειλε 29 στον Πόρο για να χρησιμοποιηθούν από την Κυβέρνηση και 6 πήρε μαζί του.

Η καταστολή των πειρατών της Γραμβούσας ήταν πιο δύσκολη, γιατί το θέμα συνδεόταν με την αναζωπύρωση της Κρητικής Επανάστασης και τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις αρχές του 1828, έπλευσαν στη Γραμβούσα ο Άγγλος μοίραρχος Τόμας Σταίηνς (Sir Thomas Staines) και ο Γάλλος Ρεβερσώ (Reverseaux) με 10 πολεμικά πλοία.

Ο Μαυροκορδάτος, ως εκπρόσωπος του Κυβερνήτη, ζήτησε από τους Γραμβουσιανούς να παραδώσουν τα 8 πλοία, τα οποία ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι τους και θεωρούνταν πειρατικά. Μπροστά στον κίνδυνο να κανονιοβοληθούν από τα συμμαχικά πλοία δέχθηκαν, λέγοντας στον Μαυροκορδάτο, ότι είχαν σταματήσει την πειρατεία και αγωνίζονταν κατά των Οθωμανών. Ο Σταίηνς όμως δεν τους πίστεψε και διέταξε στις 19 Ιανουαρίου τον κανονιοβολισμό τους χωρίς να τα βλάψει. Στη συνέχεια, τα κατέλαβαν οι σύμμαχοι.

Αμέσως μετά ο Μαυροκορδάτος επέστρεψε στην Αίγινα. Μαζί του ήρθαν δύο αντιπρόσωποι του Κρητικού Συμβουλίου, οι Γ. Καλλέργης και Κ. Κριτοβουλίδης (ο συγγραφέας της Ιστορίας της Κρητικής Επανάστασης), οι οποίοι συναντήθηκαν με τον Κυβερνήτη εκθέτοντάς του τα της Κρητικής Επανάστασης. Στα τέλη Μαρτίου, διέταξε ο Καποδίστριας τον αντιναύαρχο Σαχτούρη να πλεύσει στη Γραμβούσα και να στείλει εκπρόσωπο στο στρατόπεδο των Κρητών για να πληροφορηθεί τη στρατιωτική κατάσταση.

Δυστυχώς όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν ευνοούσαν ,εκείνη την περίοδο, την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα . Η πειρατεία προκαλούσε δυσμενή κριτική για το ελληνικό κράτος στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και η καταστολή της βοήθησε στο να καταδειχθεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη νομιμότητα στην περιοχή της.

Η επιχείρηση απελευθέρωσης της Χίου και του Μεσολογγίου

Μέσα στις προσπάθειες των Ελλήνων για κατάληψη όσο περισσοτέρων εδαφών από τους εχθρούς ήταν και η ατυχής επιχείρηση της Χίου. Η εκστρατεία αυτή είχε υποκινηθεί και αναληφθεί οικονομικά από τους Χίους της Σύρου, ενώ είχε συναινέσει και η Αντικυβερνητική Επιτροπή, πριν από τον Καποδίστρια, στέλνοντας εκεί  σώμα τακτικού στρατού υπό τον Φαβιέρο, Γάλλου φιλέλληνα και πολιτικού, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα το 1825 και επιδόθηκε στη συγκρότηση τακτικού στρατού. Μετείχε μάλιστα ως επικεφαλής σε πολλές μάχες του Αγώνα και το μεγαλύτερό του κατόρθωμα ήταν η είσοδός του μαζί με 500 άνδρες φορτωμένους με πυρίτιδα στην πολιορκούμενη από τον Κιουταχή Ακρόπολη.

Η εκστρατεία στη Χίο ήταν εκ των πραγμάτων καταδικασμένη, διότι αφενός, ούτε η Ελληνική Κυβέρνηση ούτε οι Χίοι διέθεταν τα απαιτούμενα οικονομικά μέσα για την εκστρατεία και αφετέρου, υπήρχαν προβλήματα εφοδιασμού στις ελληνικές δυνάμεις. Αντίθετα, οι Οθωμανοί είχαν εύκολο εφοδιασμό από τα μικρασιατικά παράλια.

Παρ’ όλα αυτά, ο Φαβιέρος κατάφερε με νίκες να κλείσει τους Οθωμανούς στο φρούριο του νησιού. Ο Καποδίστριας έστειλε αμέσως εφόδια και πολεμοφόδια για τους στρατιώτες, ονόμασε τον Φαβιέρο Έκτατο Επίτροπο της Κυβερνήσεως κατά την νήσον Χίον και τέλος, διέταξε τον ναύαρχο Μιαούλη μετά την καταστολή της πειρατείας να πλεύσει μαζί με τον Κανάρη στη Χίο προς ενίσχυση των ελληνικών δυνάμεων.

Εν τω μεταξύ, η κατάσταση στο ελληνικό στρατόπεδο  χειροτέρευε λόγω του ότι η Επιτροπή των Χίων σταμάτησε να πληρώνει. Ο Φαβιέρος συγκρατούσε την κατάσταση, μέχρι την εμφάνιση οθωμανικού στολίσκου αποτελούμενου από 5 πλοία υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Ταχήρ-πασά. Αργότερα, προστέθηκε ένα δίκροτο και μια κορβέτα.

Ύστερα από ναυμαχία διάρκειας μίας ώρας, τα ευρισκόμενα στην περιοχή δύο ελληνικά πλοία, το ένα με κυβερνήτη τον Παπανικολή και το άλλο με κυβερνήτη τον Κολαντρούτσο, αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Τα οθωμανικά πλοία κατευθύνθηκαν στο Τσεσμέ, παρέλαβαν από εκεί πλοιάρια με 3000 περίπου στρατιώτες και προσπάθησαν να διενεργήσουν απόβαση, η οποία απέτυχε με πολλές απώλειες. Ο τρόμος που προκάλεσε η θέα του εχθρικού στόλου και το γεγονός ότι η Επιτροπή των Χίων, όχι μόνο δεν πλήρωνε τον μισθό, αλλά ούτε και την καθημερινή σίτιση, άρχισαν να προκαλούν μαζικές λιποταξίες στον ελληνικό στρατό.

Κατέφθασε και το δίκροτο Ελλάς με τον Μιαούλη, ο οποίος έτρεψε σε φυγή τον οθωμανικό στολίσκο μέχρι τη Μυτιλήνη, κανονιοβόλησε το φρούριο και προς στιγμήν φάνηκε κάποια ελπίδα αίσιου τέλους. Οι λιποταξίες όμως ήταν πάρα πολλές κι έτσι, αποφασίστηκε η εκκένωση του νησιού από τις ελληνικές δυνάμεις με τη βοήθεια του δικρότου Ελλάς και πολλών άλλων πλοίων. Ύστερα από την αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων δεν έγιναν διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού.

Τον Μάρτιο του 1828, ο Κυβερνήτης διέταξε τον αρχιστράτηγο Δυτικής Στερεάς, Τσωρτς, να διενεργήσει αποκλεισμό του Μεσολογγίου. Παράλληλα  ο αρχηγός της Μοίρας του Κορινθιακού Φραγκίσκος Άστιγξ σχεδίαζε συντονισμένη επιχείρηση από ξηρά και θάλασσα εναντίον της Ναυπάκτου, του Ρίου, του Αντιρρίου και της Πάτρας με τελικό σκοπό την απελευθέρωση του Μεσολογγίου.

Στα τέλη Απριλίου, ο Άστιγξ πήρε διαταγές από τον αρμόδιο για το Ναυτικό Μαυροκορδάτο να επαναπλεύσει στην Αίγινα για να πάρει νέες διαταγές από τον Κυβερνήτη. Αυτός θεώρησε  αναγκαίο πρωτίστως να πλεύσει προς το Βασιλάδι με το Καρτερία για να συζητήσουν με τον αρχιστράτηγο Τσωρτς την πορεία των επιχειρήσεων στην Ανατολική Στερεά. Τότε, οι δυο άνδρες κατέληξαν να πολιορκήσουν το Ανατολικό με συνδυασμένες τις δυνάμεις τους, γιατί αλλιώς ήταν αδύνατη η άλωσή του.

Το σχέδιο ήταν το ακόλουθο: θα γινόταν κανονιοβολισμός του Ανατολικού από κανόνι των 68 λίτρων, το οποίο μεταφέρθηκε σε οχύρωμα κατασκευασμένο από τους άνδρες του Τσωρτς στην ξηρά και αμέσως μετά, θα διεξαγόταν απόβαση του αγήματος του στρατηγού Ευμορφόπουλου και του χιλιάρχου Φωκά, οι οποίοι ανήκαν στις δυνάμεις του Τσωρτς, με 4 μίστικα υπό τις διαταγές του Υδραίου καπετάνιου Ανδρέα Παπαπάνου και με εξοπλισμένες βάρκες του Καρτερία. Στις 11 Μαΐου, μεταφέρθηκε το κανόνι στο οχύρωμα και αποβιβάστηκε και ο Άστιγξ για να διευθύνει τον κανονιοβολισμό. Στην συνέχεια, πλησίασε και ο στολίσκος στο Ανατολικό.

Ο  Άστιγξ τότε παρατήρησε ότι ο στολίσκος είχε προχωρήσει στο σημείο όπου είχε οριστεί η απόβαση χωρίς όμως να πάρει προηγουμένως διαταγή. Τότε, ο ηρωικός φιλέλληνας έσπευσε με μια βάρκα στον στολίσκο για να διευθύνει την επιχείρηση. Τα μικρά ελληνικά πλοία όμως, παγιδεύτηκαν σε μια περιοχή κοντά στην ακτή που ήταν περιφραγμένη με πασσάλους από τους Οθωμανούς. Οι εχθροί εκμεταλλεύθηκαν την σύγχυση που επικράτησε στα ελληνικά πλοία και άρχισαν να πυροβολούν. Αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθεί ο Α. Παπαπάνος και να τραυματιστούν πολλοί μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και ο Άστιγξ στον αριστερό βραχίονα.

Το τραύμα του Άστιγγος στην αρχή δεν θεωρήθηκε σοβαρό με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Καρτερία, η οποία έπλευσε αμέσως προς το Βασιλάδι. Το τραύμα όμως, μολύνθηκε και ο Άστιγξ μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο, όπου διαπιστώθηκε ότι ούτε με τον ακρωτηριασμό του αριστερού χεριού του μπορούσε να σωθεί. Έτσι, στις 20 Μαΐου, ο Άμπνευ Φραγκίσκος Άστιγξ πέθανε στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου. Ήταν μόλις 34 ετών και ο θάνατός του συγκλόνισε τους αγωνιζόμενους Έλληνες.            

 Παρά τις προσπάθειες των ελληνικών δυνάμεων, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 4ης/16ης  Νοεμβρίου του 1828, δεν προδίκαζε τα σύνορα του μελλοντικού κράτους. Έθετε όμως σε προσωρινή εγγύηση των τριών Μεγάλων Δυνάμεων την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Με το ίδιο πρωτόκολλο καθοριζόταν η αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Ελλάδα και η απαγόρευση στα αυτά στρατεύματα να επέμβουν για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδος.

Τα γεγονότα του Πόρου και η εμπλοκή του Μιαούλη και του Κανάρη

Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο Καποδίστριας προκειμένου να οργανώσει ένα ανύπαρκτο κράτος ακολούθησε συγκεντρωτική πολιτική ερχόμενος σε σύγκρουση με έναν τοπικισμό, διαμορφωμένο από αιώνες. Οι τοπικοί άρχοντες είχαν υποστηρίξει την Επανάσταση, διότι ήλπιζαν ότι θα διατηρούσαν τις εξουσίες τους και μάλιστα, ότι θα τις επέκτειναν. Λόγω αυτής της εδραιωμένης πεποίθησης, οι καπεταναίοι της  Ύδρας και των Σπετσών είχαν καταστραφεί και οικονομικά με τη διάθεση των εμπορικών τους στόλων στην εθνική υπόθεση. Δύο ήταν οι εστίες του αντικυβερνητικού κινήματος, η Μάνη και η Ύδρα.

Το νησί της Ύδρας μέχρι το 1828 είχε σύστημα αυτοδιοίκησης και το δικαίωμα να εισπράττει προσόδους από τα άλλα νησιά του Αιγαίου και να τα διαθέτει κατά το δοκούν. Η πρώτη δυσαρέσκεια των Υδραίων προκρίτων εκδηλώθηκε όταν ο Κυβερνήτης προσπάθησε να εξισώσει το νησί με τις άλλες επαρχίες της χώρας και να διορίσει διοικητή. Αυτή η δυσαρέσκεια δεν κατευνάστηκε ούτε όταν διορίστηκε πρώτος Διοικητής της Ύδρας ο Λάζαρος Κουντουριώτης.

Η κατάργηση των οικονομικών προνομίων, η αδυναμία της Κεντρικής Κυβέρνησης να πληρώσει τις πολεμικές αποζημιώσεις για τα χαμένα πλοία της Ύδρας,  καθώς και η υποκίνηση αντικυβερνητικού ρεύματος από τους αντιπάλους του Καποδίστρια, κυρίως από τον αρχηγό του αγγλικού κόμματος, Α. Μαυροκορδάτο, συνετέλεσαν στην όξυνση της κατάστασης.

Άλλος σημαντικός λόγος ήταν η επιθυμία του Κυβερνήτη να δημιουργήσει εθνικό στόλο, πράγμα το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της νήσου, καθόσον οι Υδραίοι ναύλωναν τα πλοία τους για την ελληνική Κυβέρνηση με συμφέροντες γι’ αυτούς όρους. Μέσα σε λίγο διάστημα λοιπόν, η Ύδρα έγινε το επαναστατικό κέντρο όπου συγκεντρώθηκαν όλοι οι εχθροί του Κυβερνήτη, όπως οι συνταγματικοί Α. Μοναρχίδης και Θ. Φαρμακίδης, ο Σ. Τρικούπης, ο ποιητής Α. Σούτσος και άλλοι.

Η στάση της Ύδρας πήρε τραγικές διαστάσεις, όταν τα ξημερώματα της 14ης Ιουλίου, 200 ένοπλοι Υδραίοι υπό την αρχηγία του Α. Μιαούλη και ακολουθώντας τις πολιτικές συμβουλές του Α. Μαυροκορδάτου διενήργησαν αιφνιδιαστική επίθεση στον Πόρο, όπου κατέλαβαν το μεγαλύτερο πλοίο του εθνικού στόλου, τη φρεγάτα Ἑλλὰς, και το μικρό φρούριο του Πόρου πάνω στο νησάκι του Αγ. Κωνσταντίνου.  Ο Μιαούλης, όμως, δεν κατόρθωσε να καταλάβει και τα άλλα πλοία του Εθνικού Στόλου, γιατί αντιτάχθηκε σε αυτόν ο Κ. Κανάρης, ο οποίος δεν πείστηκε να παραδώσει την κορβέτα Νῆσος τῶν Σπετσῶν .

Εντωμεταξύ, ο Καποδίστριας ζήτησε τη βοήθεια των Μ. Δυνάμεων και στις 16 Ιουλίου, ρωσική ναυτική μοίρα αγκυροβόλησε στον Πόρο μπροστά στο μεγάλο στόμιο του λιμανιού από την πλευρά των Μεθάνων, ενώ μέχρι και τις 20 Ιουλίου έφτασαν 1.000 άνδρες προσκείμενοι στον Κυβερνήτη με αρχηγό τον Νικηταρά. Τα ρωσικά πλοία και ο εθνικός στρατός δεν άργησαν να έρθουν σε σύγκρουση με τους στασιαστές. Η καταστροφή από τα ρωσικά πυροβόλα της Νήσου τῶν Σπετσῶν και η αιχμαλωσία μιας άλλης κορβέτας από τους Ρώσους, έσπειραν τον πανικό στους ναύτες του Μιαούλη, οι οποίοι άρχισαν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους.

Ο Μιαούλης αντιδρώντας αψυχολόγητα, την 1η Αυγούστου του 1831, ανατίναξε ένα από τα λαμπρότερα και πολυτιμότερα πλοία του Ελληνικού Στόλου, τη φρεγάτα Ἑλλὰς καθώς και την κορβέτα Ὕδρα, ενώ προσπάθησε να ανατινάξει και δύο άλλα πλοία, την Καρτερία και τον Ἐμμανουὴλ. Δεν τα κατάφερε όμως, λόγω του ηρωισμού ενός Μυκονιάτη ναύτη κι ενός στρατιώτη, οι οποίοι με κίνδυνο της ζωής τους απομάκρυναν τα φυτίλια. Αλλά και ο κυβερνητικός στρατός υπό τους Καλλέργη και Νικηταρά όρμησαν στην πόλη του Πόρου, κατέλαβαν το οπλοστάσιο κι άρχισαν να λεηλατούν τα σπίτια.

Αυτές οι δραματικές εξελίξεις ώθησαν τον Κυβερνήτη να επισπεύσει τις διεργασίες για την διενέργεια Εθνοσυνέλευσης, ορίζοντας ως ημερομηνία έναρξης των εργασιών την 1η Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, διέταξε τον αποκλεισμό της Ύδρας, ο οποίος θα γινόταν με τα εναπομείναντα πλοία του Εθνικού Στόλου, καθώς και με ρωσικά πλοία. Ο αποκλεισμός όμως αυτός ήταν χαλαρός και ως εκ τούτου, ανεπαρκής. Η συνέχιση της στάσης στην Ύδρα, η έκρηξη άλλης μίας στη Μάνη, καθώς και η προσφορά αρωγής στους στασιαστές από τους Άγγλους και τους Γάλλους, έφεραν σε πολύ δύσκολη θέση τον Κυβερνήτη με απόληξη τη δολοφονία του, την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, μπροστά από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο από τους Γεώργιο και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.

Η εποχή της Αντιβασιλείας και του Όθωνα

Ο νέος βασιλιάς,  όταν ήρθε στην Ελλάδα, ήταν ανήλικος ακόμη. Μέχρι την ενηλικίωσή του ανέλαβε η αντιβασιλεία να οργανώσει ένα ανύπαρκτο κράτος. Πράγματι, όλες οι δομές είτε δεν υπήρχαν είτε είχαν καταστραφεί λόγω των συνεχόμενων ενόπλων αψιμαχιών. Εκτός αυτού, ο τοπικισμός συνέχισε να υπάρχει έντονος, δυσχεραίνοντας το έργο της εκάστοτε κεντρικής διοίκησης. Έπρεπε λοιπόν, όλα να δημιουργηθούν από την αρχή.

Το Ναυτικό, ως αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής κοινωνίας, ήταν  ομοίως ανύπαρκτο και σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να συγκριθεί με τα σύγχρονα Ναυτικά της Δύσης. Ναύσταθμος υπήρχε (από το 1828), ήταν όμως ένα συνονθύλευμα από παράγκες μέσα στην πόλη του Πόρου. Ναυτική εκπαίδευση δεν υπήρχε ούτε Διοικητική Μέριμνα.

Το προσωπικό απαρτιζόταν από αξιωματικούς, που αν και ήταν εξαιρετικοί ναυτίλοι, χαρακτηρίζονταν από ελλιπή και ανεπαρκή τυπική εκπαίδευση. Αυτή η εκπαιδευτική αεπάρκεια των αξιωματικών λοιπόν, προκαλούσε προβλήματα ακόμη και στην επίλυση των στοιχειωδέστερων ζητημάτων, όπως το πώς συμπληρώνεται ένα ημερολόγιο πλοίου. Θέματα στολής και ιεραρχίας, απαιτούσαν εναγωνίως λύσεις.

Το Πολεμικό Ναυτικό, παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, διακρίθηκε καθώς ενστερνίστηκε ταχύτατα τις εξελίξεις της νέας εποχής. Αμέσως έστειλε δοκίμους να σπουδάσουν σε Ναυτικά της Δύσης προκειμένου αυτοί στη συνέχεια να μεταλαμπαδεύσουν τις γνώσεις τους  στην Ελλάδα. Το έπραξαν με ζήλο αν και πολλές φορές είχαν απέναντί τους  το συντηρητικό πνεύμα των παλαιοτέρων γενεών.

Αυτή την εποχή λάμπει ιδιαίτερα το αστέρι του Λεωνίδα Παλάσκα, ο οποίος, αφού με δικά του έξοδα σπούδασε στο Γαλλικό Ναυτικό, ήρθε στην Ελλάδα και πρωτοστάτησε στην οργάνωση του Ναυτικού και στην εισαγωγή της ατμοκίνησης. Το Πολεμικό Ναυτικό το 1862 δεν θύμιζε σε τίποτα αυτό του 1833. Πολλές εξελίξεις είχαν ήδη γίνει. Παρ’ όλα αυτά ο δρόμος για την δημιουργία ενός αξιόμαχου και σύγχρονου Ναυτικού ήταν ακόμη μακρύς.

Ο θάνατος του Μιαούλη

Ο Ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης το απόγευμα της Κυριακής της 11ης Ιουνίου του 1835 στην οδό Αιόλου 9 κοντά στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης στην Αθήνα. Η «Ακτή Μιαούλη» στον Πειραιά ίσως να έλαβε το όνομά της από το αρχοντικό του Μιαούλη μπροστά από τον Άγιο Σπυρίδωνα, το οποίο όμως δεν πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο.

Τα γεγονότα της Μεσοβασιλείας και η εμπλοκή του Κανάρη

Η ενδιάμεση περίοδος της έξωσης του Όθωνα και της ανάληψης της Βασιλείας από τον Γεώργιο τον Α΄, πρίγκιπα της Δανίας, ονομάζεται Μεσοβασιλεία και κατά τη διάρκειά της, η Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση αναρχίας, καθώς ένοπλες συγκρούσεις μάστιζαν την πρωτεύουσα. Με το Ψήφισμα του Έθνους της 11ης Οκτωβρίου του 1862 αποφασιζόταν η κατάργηση της Βασιλείας του Όθωνα -όχι γενικά της Βασιλείας- και η αντιβασιλεία της Αμαλίας.

Προέβλεπε επίσης, τη συγκρότηση Προσωρινής Κυβέρνησης απαρτιζόμενης από τους Δημήτριο Βούλγαρη (πρόεδρο), Κωνσταντίνο Κανάρη και Μπενιζέλο Ρούφο. Αυτή η Κυβέρνηση θα είχε ως αποστολή να οδηγήσει τη χώρα σε Εθνοσυνέλευση, η οποία θα ψήφιζε Σύνταγμα και νέο βασιλιά.

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας της Προσωρινής Κυβέρνησης μετονομάστηκαν ιδρύματα, δήμοι, τα πολεμικά πλοία, έγιναν απολύσεις εισαγγελέων, νομαρχών, δημάρχων και άλλες μεταβολές. Αυτή η κατάσταση επηρέασε αναπόφευκτα και τη Διοίκηση του Πολεμικού Ναυτικού, η οποία παρέλυσε λόγω των πάρα πολλών μεταβολών και της πληθώρας των στελεχών που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και αργία. Παράλληλα, μεγάλο πλήγμα ήταν η διαφυγή από τις φυλακές των ποινικών καταδίκων, εξαιτίας της κακής φύλαξής τους, με αποτέλεσμα η ληστοπειρατεία να ενταθεί και πάλι.

Έτσι, η ραγδαία αύξηση της ληστείας και της πειρατείας είχε ως απόρροια τα πλοία του Ναυτικού από την έξωση του Όθωνα, που αυτήν την περίοδο ονομάζονται εθνικά, να έχουν ως αποκλειστική ασχολία τον περίπλου των ελληνικών παραλίων, ιδίως της Ακαρνανίας και της Λακωνίας για την καταπολέμηση της πειρατείας. Πολλές φορές μάλιστα, η δίωξη της πειρατείας οδηγούσε ελληνικά πολεμικά στην οθωμανική επικράτεια, γιατί τα ορμητήρια πολλών πειρατών ευρίσκονταν εκεί.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της Σαλαμινίας, η οποία, αφού πήρε πληροφορίες από τον εισαγγελέα Σύρου για εμφάνιση πειρατών, κατέπλευσε πρώτα στο Τσεσμέ, μετά στις Οινούσες, στη Χίο κ.α. Κατά τη διάρκεια αυτού του περίπλου, ζητήθηκαν πληροφορίες, εξετάστηκαν πλοία και όρμοι, δυστυχώς όμως δεν είχαν αποτέλεσμα κι έτσι, το ελληνικό πολεμικό επέστρεψε άπρακτο στη Σύρο.

Αυτή μάλιστα η κατάσταση οδήγησε την Ηγεσία του Ναυτικού στο να λησμονήσει ποια πρέπει να είναι η αποστολή ενός Πολεμικού Ναυτικού, η οποία δεν είναι άλλη από τη διεξαγωγή πολέμου. Η Ηγεσία όμως προσανατόλισε το Ναυτικό στην καταπολέμηση της πειρατείας, με αποτέλεσμα οι ναυπηγήσεις των πλοίων να ακολουθούν αυτήν τη λογική, όπως και η εξάσκηση των στελεχών. Αυτή η αδυναμία του Πολεμικού Ναυτικού θα φανεί λίγα χρόνια αργότερα, στην Επανάσταση της Κρήτης, όταν θα κληθεί να αντιμετωπίσει την ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η Εθνική Συνέλευση που προέκυψε από τις εκλογές, άρχισε τις εργασίες τη 10η Δεκεμβρίου 1862. Ήταν ανομοιόμορφη, με εκπροσώπους από όλες τις τάξεις. Υπήρχαν παλαίμαχοι πολιτικοί, στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, δικαστικοί με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν πολιτικές κρίσεις, οι οποίες δεν άργησαν να μεταφερθούν στον δρόμο.

Η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να διατηρήσει την προσωρινή Κυβέρνηση και η πρώτη κρίση ξεκίνησε, όταν ο Κωνσταντίνος Κανάρης διαφωνώντας με το υπουργικό συμβούλιο, το οποίο είχαν διορίσει ο Βούλγαρης και o Ρούφος, παραιτήθηκε. Εκείνοι όμως, δεν πτοήθηκαν και όρκισαν τους υπουργούς με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί διάσταση στην Εθνοσυνέλευση. Η κρίση γρήγορα μεταφέρθηκε στον δρόμο, στον στρατό και τη χωροφυλακή. Είχαν δημιουργηθεί κατά το γαλλικό πρότυπο δύο ομάδες, οι ορεινοί, οι οποίοι υποστήριζαν τον Κανάρη, και οι πεδινοί, που υποστήριζαν τον Βούλγαρη και τον Ρούφο.

Στην Αθήνα, άρχισαν οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ ορεινών και πεδινών, οι οποίες ανάγκασαν την Εθνοσυνέλευση να αναλάβει η ίδια την εκτελεστική εξουσία διαμέσου του αντιπροέδρου του σώματος, Αριστείδη Μωραϊτίνη. Ο στρατός, μετά την απόφαση αυτήν, ηρέμησε και μόλις αποκαταστάθηκε η τάξη, η Εθνοσυνέλευση προχώρησε στη συγκρότηση νέας Προσωρινής Κυβέρνησης.

Μετά τα Φεβρουαριανά όπως ονομάστηκαν, ακολούθησαν τα Ιουνιανά, όταν με αφορμή τις μυστικές συνεδριάσεις για αύξηση των αποδοχών των πληρεξουσίων της Εθνοσυνέλευσης, ξέσπασαν τρομερές και αιματηρές ταραχές στην πρωτεύουσα πάλι μεταξύ ορεινών και πεδινών. Αυτή τη φορά όμως, στις ταραχές συμμετείχαν και ληστές, οι οποίοι βρήκαν την ευκαιρία να λεηλατήσουν περιουσίες. Σοβαρά απειλήθηκαν από τους ληστές τα Ανάκτορα και το κεντρικό κατάστημα της Εθνικής Τραπέζης. Η κρίση έλαβε τέλος μόνο όταν οι πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων απείλησαν και τις δυο πλευρές ότι, εάν δεν γινόταν κατάπαυση του πυρός, θα εγκατέλειπαν την Ελλάδα μέσα σε 48 ώρες.

Έτσι λοιπόν, έγινε Εθνοσυνέλευση την 21η Ιουνίου, όπου ύστερα από μια θυελλώδη συνεδρίαση, κατέληξε μεταξύ άλλων στην κατάργηση των αρχηγείων της χωροφυλακής, της εθνοφυλακής, του στρατιωτικού διοικητηρίου της Αθήνας, της διοικητικής αστυνομίας της Αθήνας και του Πειραιά, καθώς και στην απομάκρυνση του στρατού από την πρωτεύουσα. Η Κυβέρνηση που προέκυψε, ονομάστηκε ειρωνικά Προσωρινή Κυβέρνηση του Οροπεδίου, εξαιτίας της προσωρινότητάς της και της συγκροτήσεώς της τόσο από ορεινούς όσο και πεδινούς. Αυτή η Κυβέρνηση άσκησε την εκτελεστική εξουσία μέχρι την έλευση του βασιλέα Γεωργίου του Α΄.

η μάχη της τράπεζας
Λαϊκό σχέδιο της εποχής στο οποίο εικονίζεται “η μάχη της τράπεζας” από το βιβλίο του Α. Κυριακού (1910), “Το ’62″

Ο Ελληνικός Στόλος, κατά τη διάρκεια αυτή, εκτός από την καταπολέμηση της πειρατείας, ασχολήθηκε και με τη μεταφορά των στρατευμάτων σε περιοχές της Ελλάδας, όπου η τάξη είχε διασαλευθεί. Όταν μάλιστα κατά τη διάρκεια των αιματηρών συγκρούσεων των στρατευμάτων τον Ιούνιο, αποφασίστηκε η απομάκρυνσή τους από την πρωτεύουσα για να εκτονωθεί η κρίση, ανετέθη στον Κυβερνήτη του Ἑλλάς (πρώην Ἀμαλία) να μεταφέρει τους ορεινούς στο Μεσολόγγι , ενώ οι πεδινοί μεταφέρθηκαν στους Μύλους του Ναυπλίου με ναυλωμένο εμπορικό.

Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν συμμετείχε καθόλου σε αυτές τις διαμάχες που τόσο διαίρεσαν τον Στρατό, αλλά παρέμειναν όλα τα στελέχη του σε νόμιμο πλαίσιο. Ο Ελληνικός Στόλος υπήρξε ένα πιστό όργανο της Πολιτείας για την τήρηση της έννομης τάξης.

Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος και η τελευταία κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Κανάρη

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης θα διατελέσει πολλές φορές πρωθυπουργός. Η τελευταία του κυβέρνηση θα είναι κατά την διάρκεια της κρίσης του 1877 και λόγω αυτής. Η Ελλάδα, στη δεκαετία του 1870, αναγκάζεται να τροποποιήσει αισθητά την εξωτερική της πολιτική. Μέχρι τότε ο εχθρός ήταν ξεκάθαρος όπως και ο σκοπός, η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η προστασία και τελικά η ενσωμάτωση των περιοχών που ανήκαν σε αυτήν με συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς. Αυτό συνοπτικά ονομάστηκε Μεγάλη Ιδέα. Αυτήν την περίοδο όμως στο προσκήνιο εμφανίστηκε ένας νέος ιδεολογικός εχθρός, ο πανσλαβισμός.

Ο πανσλαβισμός, ο οποίος υφίσταται ως ιδεολογία στη Ρωσική Αυτοκρατορία ήδη από το 1830, υιοθετήθηκε αυτήν την εποχή από τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ αλλάζοντας αισθητά τις κατευθύνσεις της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Ενώ μέχρι τον Κριμαϊκό Πόλεμο η Ρωσία παρουσιάζόταν ως προστάτης των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτή η προστασία τώρα περιοριζόταν στους Σλάβους της Βαλκανικής. Ήδη το 1870, η Βουλγαρική Εκκλησία ή Εξαρχία όπως ονομαζόταν, αποσχίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ένας ανταγωνισμός μεταξύ του βουλγαρικού κλήρου και αυτού του Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με το ποιες περιοχές θα ενταχθούν θρησκευτικά πού, ανάλογα με την ύπαρξη ελληνόφωνου ή βουλγαρόφωνου κλήρου.

Οι Βούλγαροι, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν αποκτήσει καν την αυτονομία τους, είχαν από πίσω την υποστήριξη της ρωσικής διπλωματίας. Δέον μάλιστα να σημειωθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η επιλογή μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου ή Εξαρχίας σήμαινε και επιλογή του ἀνήκειν στο ελληνικό ή βουλγαρικό στρατόπεδο, καθώς τότε η θρησκευτική πεποίθηση ή τοποθέτηση ταυτιζόταν με το έθνος. Άλλωστε, η Εξαρχία ήταν ξεκάθαρα εκδήλωση του νεόκοπου βουλγαρικού εθνικισμού.

Από την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856), γίνεται λόγος στις ελληνικές εφημερίδες για τον νέο εχθρό του Ελληνισμού, τους Σλάβους. Μέχρι τότε οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τους Σλάβους ως ένα εθνοτικό στοιχείο, το οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί στον καθόλου Ελληνισμό. Το 1853 όμως, κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο με τίτλο Περί Ἀνατολῆς παρὰ τινος Ἀνατολίτου, του οποίου μέρος δημοσιεύεται στην αγγλόφιλη εφημερίδα Ἀθηνά (αρ. 2020/1 Οκτωβρίου 1853).

Αυτό το φυλλάδιο υποστηρίζει ότι η μόνη λύση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι η μεταρρύθμιση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, διότι «ἡ παροῦσα μεταξύ Ρωσίας καὶ Τουρκίας διαμάχη δεν εἶναι κυρίως ἄλλο τι ἤ προανάκρουσμα μετ’ οὐ πολύ ἐκραγησομένου πολέμου ἀναμεταξύ ἑλληνικοῦ καὶ σλαβικοῦ στοιχείου, καὶ ὅτι λοιπόν ὁ σκοπός τῆς Ῥωσίας, δὲν ἀφορά κυρίως κατά τῆς τουρκικής φυλῆς, ἥτις ἐξητονημένη πλέον καὶ ἀπεξικμασμένη ἀπόλλυται ἐντός ὁλίγου, ἀλλά κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, τὸ ὁποῖον θέλει να το ἐξομοιώσει με το σλαβικόν (…)».

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία (Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο)
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία (Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο)

Εντούτοις, το σημαντικότερο όλων είναι το ανώνυμο φυλλάδιο Ἑλληνισμός ἤ Ῥωσσισμός, του οποίου ο συγγραφέας ή τουλάχιστον ένας από τους συγγραφείς του, φέρεται να είναι ο στενός συνεργάτης του Θεόκλητου Φαρμακίδη, Κωνσταντίνος Δόσιος. Η Ἀθηνά, τον Μάιο του 1854 (αρ. 2101/ 3 Μαϊου 1854 και αρ. 2102/ 5 Μαϊου 1854), δημοσιεύει μέρος του ενστερνιζόμενη τις απόψεις του. Σε αυτό το φυλλάδιο, προβάλλεται ξεκάθαρα η αρχή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, «η οποία ἀντιτασσόμενη κατά των σχεδίων της Ρωσίας θα είναι “εὐεργέτημα για ὅλον τὸν κόσμο καὶ σωτηρία για τὴν Εὐρώπη».

Για να σωθεί επομένως, η Οθωμανική Αυτοκρατορία πρέπει να εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις και οι Χριστιανοί της Αυτοκρατορίας να αποκτήσουν πατρίδα και να γίνουν «πολίται κράτους, τοῦ ὁποίου τώρα εἶναι δοῦλοι». Βέβαια, οι Χριστιανοί δεν θα συγχωνευθούν με τους Τούρκους, διότι τους χωρίζουν θρησκεία, πολιτισμός και γλώσσα, αλλά δεν θα υπάρχει έχθρα μεταξύ τους. Θα είναι μία ένωση πολιτική και όχι εθνική.

Το 1875, ξέσπασε επανάσταση στην Ερζεγοβίνη που γρήγορα επεκτάθηκε στη Σερβία, το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία. Οι επαναστάτες γρήγορα κατάφεραν να νικήσουν τις μικρές οθωμανικές δυνάμεις και μόνο στη Βουλγαρία κατεστάλη η εξέγερση. Οι Οθωμανοί μάλιστα, προέβησαν σε ανείπωτες θηριωδίες και σφαγές που συγκλόνισαν την Ευρώπη. Η Ρωσία αμέσως αγκάλιασε τους αδελφούς σλάβους και επενέβη αποφασιστικά υπέρ τους. Κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1877 και το 1878 ανάγκασε τον σουλτάνο σε συνθηκολόγηση. Η ομώνυμη συνθήκη υπεγράφη σε ένα χωριό έξω από την Κωνσταντινούπολη, τον Άγιο Στέφανο.

Σύμφωνα με αυτήν, η Σερβία, η Ρουμανία και το Μαυροβούνιο αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους, ενώ ιδρυόταν αυτόνομη βουλγαρική Ηγεμονία με μεγάλη εδαφική έκταση που έφτανε μέχρι έξω από τη Θεσσαλονίκη. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μ. Δυνάμεων και ιδίως, της Μ. Βρετανίας. Με πρωτοβουλία της ενωμένης Γερμανίας του Μπίσμαρκ συνεκλήθη το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), με αποφάσεις του οποίου Σερβία, Ρουμανία και Μαυροβούνιο διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, ενώ τα εδάφη της Βουλγαρίας μειώθηκαν δραστικά Στα εδάφη της Βουλγαρίας μάλιστα, ιδρύθηκε η Ηγεμονία της Ανατολικής Ρωμυλίας . Τέλος, με ειδική μυστική συνθήκη, η οποία υπεγράφη στην Κωνσταντινούπολη την ίδια χρονιά μεταξύ Αγγλίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παραχωρήθηκε στην Αγγλία η Κύπρος.

Η Ελλάδα μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις βρέθηκε αντιμέτωπη με το δίλημμα ή να συμπράξει με τους βαλκανικούς λαούς κι έτσι, να συμπλεύσει με τη ρωσική εξωτερική πολιτική ρισκάροντας την τύχη της Μακεδονίας ή να κρατήσει ουδετερότητα σύμφωνα με τις αγγλικές υποδείξεις. Τελικά, μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις κι ενώ ο ρωσικός στρατός ευρισκόταν έξω από την Κωνσταντινούπολη, εκδηλώθηκε επαναστατική κίνηση στην Θεσσαλία, την οποία η ελληνική Κυβέρνηση όχι μόνο υιοθέτησε, αλλά διέταξε και την εισβολή του ηρωικού μεν, αλλά ολιγάριθμου και πλημμελώς οργανωμένου Ελληνικού Στρατού στη Θεσσαλία. Την επομένη όμως της εισβολής, οι Οθωμανοί υπέγραψαν ανακωχή με τη Ρωσία και στράφηκαν στο ελληνικό μέτωπο.

Με το ξέσπασμα του Ρωσοτουρκικού πολέμου ο ελληνικός λαός πήρε αμέσως θέση, ζητώντας την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Κάθε μέρα γίνονταν ογκώδεις (για τα μέτρα της εποχής) συγκεντρώσεις στην Αθήνα, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός που παρακινούσαν την κυβέρνηση Κουντουριώτη να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία. Στο συλλαλητήριο μάλιστα που έγινε στις 22 Μαΐου 1877 και συγκεντρώθηκαν 10.000 πολίτες, βγήκε ψήφισμα το οποίο απαιτούσε : να σχηματιστεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, και αυτή η κυβέρνηση να διοργανώσει και να προπαρασκευάσει στρατιωτικά τη χώρα, ώστε να συμμετάσχει στον πόλεμο.

Η εκλεγμένη από το συλλαλητήριο αντιπροσωπεία, μάλιστα, επέδωσε το ψήφισμα σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς οι οποίοι απάντησαν θετικά στα αιτήματα. Στις 23 και 24 Μαΐου, οι πολιτικοί αρχηγοί διαβουλεύτηκαν και αποφάσισαν την συγκρότηση «οικουμενικής κυβέρνησης» και μάλιστα αποφάσισαν να προτείνουν την πρωθυπουργία στον Κωνσταντίνο Κανάρη.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Κανάρη στις 2 Σεπτεμβρίου του 1878, όλοι οι υπουργοί υποβάλλουν αμέσως τις παραιτήσεις τους, και εγχειρίζουν στον βασιλέα Γεώργιο υπομνήματα με τις πολιτικές προτάσεις τους. Ο βασιλιάς όμως, τους παροτρύνει να παραμείνουν στα υπουργεία τους και να εκλέξουν αυτοί μεταξύ τους πρωθυπουργό, τον οποίον αυτομάτως θα δεχόταν και ο ίδιος. Έτσι, μέχρι και την πτώση της κυβέρνησης, οι υπουργοί πρωθυπουργεύουν εναλλάξ. Η κυβέρνηση τελικά έπεσε υπό το βάρος της κρίσης καθώς δεν «υπήρχε διάθεση» συμμετοχής στον πόλεμο δημιουργώντας και πάλι κύματα διαμαρτυρίας από τον ελληνικό λαό.

Επίλογος

Ο Ανδρέας Μιαούλης και ο Κωνσταντίνος Κανάρης ήταν τέκνα της περιόδου της μετάβασης από την οθωμανική εποχή των προνομίων στην νεωτερική εποχή του εθνικού κράτους. Πολέμησαν και απελευθέρωσαν την πατρίδα αλλά εκτός από πολεμιστές ήταν και πολιτικά πρόσωπα καθώς ασκούσαν την επιρροή τους στις πολιτικές υποθέσεις του επαναστατημένου λαού και μετά του κράτους.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ως Ναύαρχος του Τρινήσιου Στόλου των Επαναστατημένων Ελλήνων, κατενίκησε τους Οθωμανούς και τους Αιγυπτίους στην θάλασσα διασφαλίζοντας την συνέχιση της ύπαρξης της Επανάστασης. Στην συνέχεια επί Καποδίστρια, σκεπτόμενος περισσότερο ως Υδραίος παρά ως Έλληνας θα δράσει αψυχολόγητα καίγοντας την φρεγάτα Ελλάς. Ακόμα όμως και αυτή η μαύρη σελίδα στην ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού ερμηνεύεται λόγω ακριβώς αυτής της μετάβασης.

Οι γιοι του Μιαούλη θα συνεχίσουν την παράδοση του Ναυάρχου πατέρα τους υπηρετώντας στο Πολεμικό Ναυτικό. Ο σημαντικότερος ήταν ο Αθανάσιος Μιαούλης. Γεννήθηκε το 1815 στην Ύδρα. 1829 φοίτησε στην Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Μετά την αποφοίτησή του υπηρέτησε στον Βρετανικό Στόλο. Το 1843 επιστρέφει στην Ελλάδα και διορίζεται υπασπιστής (διαγγελεύς) του Βασιλιά Όθωνα. Το 1847 τον ευρίσκουμε ως Πλοίαρχο να συμμετέχει στην συζήτηση σχετικά με το ποιό είναι το προσφορότερο προωστήριο μέσο για τα ατμοκίνητα (τροχός ή έλικα).

Τον Δεκέμβριο του 1855 ως Υπουργός των Ναυτικών είχε μεγάλη συμβολή στο να αποκτήσει το Πολεμικό Ναυτικό τα πρώτα αμιγώς σιδηρά σκάφη. Με έγγραφο πρότεινε στον Βασιλιά να παραγγελθούν στην Αγγλία πέντε ατμόπλοια από ξύλο και 178 τόνων. Από αυτήν την πρόταση το Βασιλικό Ναυτικό βρέθηκε να αποκτά τα πρώτα παγκοσμίως σιδηρά ελικοφόρα σκάφη που συμμετείχαν σε δύναμη πολεμικού στόλου. Ήταν οι ατμοημιολίες Πληξαύρα, Αφρόεσσα, Πανόπη και Σφενδόνη. Στην συνέχεια ως Υπουργός στήριξε την συνέχιση και ολοκλήρωση των παραπάνω ναυπηγήσεων.

Ανήκοντας και ο ίδιος στην λεγόμενη «χρυσή νεολαία του Ναυτικού», έχοντας σπουδάσει το εξωτερικό, ανησυχούσε για τα χρονίζοντα προβλήματα του Βασιλικού Ναυτικού. Ο ίδιος μαζί με τους Γεράσιμο Ζωχιό, Δημήτριο Σαχτούρη και Νικόλαο Μιαούλη συγγράφουν το 1844 το «Υπόμνημα περί του Βασιλικού Ναυτικού», στο οποίο αναλύονται οι αδυναμίες σε όλους τους τομείς. Το παραπάνω πόνημα αποτελεί σπουδαία πηγή για την εικόνα του Πολεμικού Ναυτικού της περιόδου.

Από τις 13 Νοεμβρίου 1857 μέχρι τις 26 Μαΐου 1862 χρημάτισε Πρωθυπουργός της Ελλάδος. Ο Αθανάσιος Μιαούλης επιδόθηκε σ’ ένα ευρύ πρόγραμμα δημοσίων έργων, που συνετέλεσαν στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Κυριότερο, η διόρυξη και η γεφύρωση του πορθμού του Ευρίπου στην Χαλκίδα. Παρ’ όλα αυτά το 1862 θα καταστείλει με άγριο τρόπο την εξέγερση στο Ναύπλιο (ή Ναυπλιακά), γεγονός που τον οδήγησε και στην παραίτηση. Με την έξωση του Όθωνα εγκατέλειψε την Χώρα. Με την εκλογή του Γεωργίου Α’ ως νέου βασιλέα της Ελλάδος, ο Μιαούλης επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά δεν αναμίχθηκε στην πολιτική. Πέθανε στο Παρίσι το 1867.

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης από την άλλη εκτός από πολεμιστής και Ναύαρχος αναμείχθηκε ενεργά στην πολιτική. Διετέλεσε πέντε φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας σε ένα διάστημα 33,5 ετών (1844, 1848-49, 1864, 1864-65 και 1877) και για 2 χρόνια και 3 μήνες συνολικά.  Η τελευταία του πρωθυπουργία μάλιστα συνέπεσε κατά την διάρκεια της διεθνούς κρίσης του 1877.

Ένας από τους γιους του, ο Αριστείδης Κανάρης, γεννήθηκε το 1831, εισήλθε στην Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε ως Αξιωματικός Πυροβολικού. Βρήκε τον θάνατο στις εμφύλιες συρράξεις του 1863, που έμειναν γνωστές ως «Ιουνιανά».

Ο Μιλτιάδης Κανάρης ακολούθησε την καριέρα του πατέρα του. Το 1886 διετέλεσε γενικός επιθεωρητής του στόλου και τρία χρόνια μετά αποστρατεύθηκε, ανακλήθηκε όμως μετά τον πόλεμο του 1897, αναλαμβάνοντας προσωρινά την αρχηγία της Θωρηκτής Μοίρας από τις 7 Αυγούστου μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου του 1897. Παράλληλα ασχολήθηκε με την πολιτική.

Εξελέγη πληρεξούσιος Σύρου (1865, 1868) και εν συνεχεία βουλευτής Νέων Ψαρών (1873 και 1899) ενώ διετέλεσε πολλάκις υπουργός επί των ναυτικών (για τρεις ημέρες στην κυβέρνηση Μπενιζέλου Ρούφου λίγο πριν ξεσπάσουν τα Ιουνιανά. Το 1895 αλλά και μετά το 1897 του προτάθηκε επανειλημμένα από τον βασιλιά Γεώργιο Α’ η ανάληψη της πρωθυπουργίας, ο ίδιος όμως απέρριπτε τις προτάσεις καθώς έθετε ως όρο την σύγκληση αναθεωρητικής Βουλής. Απεβίωσε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 1901, ενώ ήταν εν ενεργεία βουλευτής Νέων Ψαρών. Μια ημέρα πριν το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Μεγαλόσταυρος του Σωτήρος. Ήταν παντρεμένος και παιδιά του ήταν ο επίσης πολιτικός Αλέξανδρος Κανάρης καθώς και ο Λεωνίδας Κανάρης, επίσης Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού.

Ακολούθησε η περίοδος του βασιλιά Γεωργίου και του πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη. Η Ελλάδα εισήλθε στην περίοδο του εκσυγχρονισμού. Οι Ένοπλες Δυνάμεις εκσυγχρονίστηκαν. Στους Βαλκανικούς Πολέμους ο Στρατός Ξηράς και το Πολεμικό Ναυτικό ανταποκρίθηκαν πλήρως στον πόλεμο για την απελευθέρωση των ελληνικών χωρών. Το Πολεμικό Ναυτικό ιδιαίτερα με τις νίκες στις ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου «κλείδωσε» την ελληνική κυριαρχία στο Αρχιπέλαγος.

Κούτσης Ι,Ναυμαχία Ελλήνων και Οθωμανών έξω από το Μεσολόγγι.

Σας άρεσε το άρθρο;

Κάντε Click για να βαθμολογήσετε

Average rating 0 / 5. Vote count: 0

Βαθμολογήστε πρώτος!

As you found this post useful...

Follow us on social media!

Author