Γράφει: Ο Δημήτρης Απόκης*
Η αντίφαση του Ελ Αλαμέιν: Τι συμβαίνει με το Ισραήλ; Η επίκληση ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως «γέφυρα» δεν αποτελεί στρατηγική, είναι περιγραφή αδυναμίας ιεράρχησης…
Χθες, λίγες μόλις ημέρες μετά την υπογραφή της συμφωνίας «Ασπίδα του Αχιλλέα» ύψους περίπου 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων με το Ισραήλ, ο κ. Μητσοτάκης συνυπέγραψε στο Ελ Αλαμέιν κοινή διακήρυξη με την Αίγυπτο και την Κύπρο που ζητά αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τον Λίβανο, παλαιστινιακό κράτος στα σύνορα της 4ης Ιουνίου 1967 με πρωτεύουσα την Ανατολική Ιερουσαλήμ και απόρριψη πολιτικών «εξαναγκαστικού εκτοπισμού».
Και μάλιστα την ίδια ημέρα δώδεκα δυτικές χώρες ανακοίνωναν περιορισμούς στο εμπόριο με ισραηλινούς οικισμούς, με το Ισραήλ να απαντά με σκληρά διπλωματικά αντίποινα εναντίον του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτό δεν συνιστά απλώς δύσκολη διπλωματική εξίσωση. Αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν διαθέτει συνεκτική στρατηγική εθνικής ασφάλειας.
Στρατηγική εθνικής ασφάλειας σημαίνει ιεράρχηση συμφερόντων, συνοχή μεταξύ αμυντικών προμηθειών, ενεργειακών έργων και πολιτικών θέσεων, και προβλεψιμότητα για τους συμμάχους. Στην περίπτωση αυτή τα στοιχεία κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Η αντίφαση του Ελ Αλαμέιν : Άμυνα από τη μία, πολιτική αποστασιοποίηση από την άλλη…
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» καθιστά την Ελλάδα εξαρτημένη, για κρίσιμες δεκαετίες, από ισραηλινά συστήματα, τεχνολογία και βιομηχανική συνεργασία. Είναι μία από τις μεγαλύτερες εξαγωγικές συμφωνίες άμυνας στην ιστορία του Ισραήλ. Λίγες ημέρες αργότερα η ίδια κυβέρνηση συνυπογράφει κείμενο που η σημερινή ισραηλινή ηγεσία θεωρεί ευθέως αντίθετο προς τις κόκκινες γραμμές της: τα σύνορα του 1967, την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα παλαιστινιακού κράτους και την αποχώρηση από τον νότιο Λίβανο χωρίς ισοδύναμη έμφαση στις υποχρεώσεις της Χεζμπολάχ.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρεια διατύπωσης. Όταν μια χώρα αγοράζει το ολοκληρωμένο σύστημα αεράμυνάς της από έναν εταίρο και ταυτόχρονα υιοθετεί δημόσια τη γλώσσα των αντιπάλων του στο κρισιμότερο πολιτικό ζήτημα, στέλνει μήνυμα αναξιοπιστίας.
Η Ιερουσαλήμ μπορεί να συνεχίσει την τεχνική συνεργασία. Δεν υποχρεούται όμως να θεωρεί την Αθήνα στρατηγικό εταίρο με σταθερή πυξίδα.
Η ίδια αντίφαση εμφανίζεται στον Λίβανο. Ο Μητσοτάκης έχει ήδη χαρακτηρίσει «αντιπαραγωγικές» τις ισραηλινές επιχειρήσεις. Το τριμερές κείμενο του Ελ Αλαμέιν μετατρέπει αυτή την κριτική σε συλλογική θέση μαζί με την Αίγυπτο. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα δηλώνει ότι στηρίζει τις Λιβανικές Ένοπλες Δυνάμεις ώστε να ασκήσουν κυριαρχία στον Νότο. Η πολιτική αυτή μπορεί να είναι θεμιτή. Δεν συνάδει όμως με την απόφαση να εμπιστευθεί κανείς στο Ισραήλ την αεράμυνα της χώρας χωρίς να έχει προηγουμένως διευκρινίσει έως πού φτάνει η πολιτική αλληλεγγύη.
Δύο τριμερή σχήματα, δύο διαφορετικά μηνύματα…
Η κυβέρνηση διατηρεί παράλληλα το σχήμα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και το σχήμα Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου. Στο πρώτο η γλώσσα για τη Γάζα είναι πιο προσεκτική ως προς τις ισραηλινές απαιτήσεις ασφαλείας και τον αφοπλισμό της Χαμάς. Στο δεύτερο κυριαρχεί η αραβική γραμμή των συνόρων του 1967, της ενότητας Δυτικής Όχθης-Γάζας και της απόρριψης «πολιτικών εκτοπισμού». Τα δύο κείμενα δεν είναι συμπληρωματικά. Είναι ανταγωνιστικά.
Η επίκληση ότι η Ελλάδα λειτουργεί ως «γέφυρα» δεν αποτελεί στρατηγική. Είναι περιγραφή αδυναμίας ιεράρχησης. Γέφυρα χωρίς προτεραιότητες καταλήγει να λέει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά ακροατήρια την ίδια εβδομάδα. Αυτό δεν αυξάνει την επιρροή. Μειώνει την αξιοπιστία και στις δύο πλευρές.
Η χρονική συγκυρία επιβαρύνει το πρόβλημα. Την ημέρα της διακήρυξης το Ισραήλ αντιδρούσε ήδη σκληρά στις κυρώσεις δώδεκα χωρών κατά των οικισμών. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο μέτρο. Υιοθέτησε όμως την πολιτική γλώσσα που το συνοδεύει. Για μια κυβέρνηση που παρουσιάζει τον εαυτό της ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, η επιλογή αυτή δείχνει τακτικισμό χωρίς συνολικό σχέδιο.
Το κόστος της ασυνέπειας
Η έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής έχει πρακτικές συνέπειες. Πρώτον, η υλοποίηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» και των βιομηχανικών αντισταθμιστικών μπορεί να επιβραδυνθεί ή να συνοδευτεί από μικρότερη πολιτική εμπιστοσύνη. Δεύτερον, τα ενεργειακά έργα με Ισραήλ και Κύπρο καθίστανται πιο ευάλωτα σε πολιτικές εντάσεις. Τρίτον, η Αίγυπτος κερδίζει δημόσια ευθυγράμμιση χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς κερδίζει η Ελλάδα σε αντάλλαγμα πέρα από τη διατήρηση ενός σχήματος που ήδη υπήρχε. Τέταρτον, στο εσωτερικό η κυβέρνηση εκτίθεται: η κοινή γνώμη, ήδη αρνητική προς το Ισραήλ, βλέπει τη διακήρυξη ως δικαίωση, ενώ οι στρατηγικοί σχεδιαστές βλέπουν μια χώρα που αγοράζει ισραηλινά όπλα και την ίδια στιγμή υιοθετεί θέσεις που το Ισραήλ θεωρεί υπαρξιακές.
Ο κ. Μητσοτάκης, έχει δηλώσει ότι θέλει βαθύτερους δεσμούς και με το Ισραήλ και με τον αραβικό κόσμο. Η δήλωση αυτή είναι πολιτική ευχή, όχι στρατηγική εθνικής ασφάλειας. Στρατηγική θα ήταν να καθοριστεί ποιο συμφέρον προηγείται όταν τα δύο συγκρούονται, πώς διατυπώνονται οι διαφωνίες ώστε να μην υπονομεύουν κρίσιμες προμήθειες και ποιο μήνυμα λαμβάνουν σύμμαχοι που επενδύουν δισεκατομμύρια σε ελληνική άμυνα. τίποτα από αυτά δεν προκύπτει από τη διαδοχή των αποφάσεων Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2026.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζει κινητικότητα: συμφωνίες με Ισραήλ, τριμερή με Αίγυπτο, επαφές με Λίβανο και Σαουδική Αραβία, στήριξη στο σχέδιο Τραμπ όπου τη συμφέρει. Η κινητικότητα όμως χωρίς ιεράρχηση και χωρίς συνοχή μεταξύ όπλων, ενέργειας και πολιτικού λόγου δεν είναι στρατηγική. Είναι διαχείριση της συγκυρίας. Και η χθεσινή συγκυρία έδειξε τα όριά της.
*Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.


by