Πηγή: https://nordicmonitor.com
Γράφει: Ο Abdullah Bozkurt
Τουρκικά σχέδια για επιθετικές επιχειρήσεις
Το Υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας αποκάλυψε ότι προετοιμάζεται για σενάρια που κυμαίνονται από κρίση και κλιμάκωση της έντασης έως και ολοκληρωτικό πόλεμο, καθώς η Άγκυρα παρακολουθεί στενά την ταχέως διευρυνόμενη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ισραήλ και Ελλάδας, σύμφωνα με επίσημο κυβερνητικό έγγραφο.
Σε επιστολή που εστάλη σε βουλευτή του τουρκικού κοινοβουλίου στις 10 Αυγούστου και φέρει την υπογραφή του Υπουργού Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ, το υπουργείο ανέφερε ότι οι εργασίες που αφορούν «πιθανή κρίση, ένταση και πόλεμο» στην ευρύτερη περιοχή της Τουρκίας συνεχίζονται με στενό συντονισμό μεταξύ όλων των αρμόδιων κρατικών φορέων. Η ασυνήθιστα ρητή αναφορά στον πόλεμο περιλαμβανόταν σε απάντηση που εστίαζε ειδικά στη στρατιωτική στάση της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην ενισχυόμενη αμυντική της σχέση με το Ισραήλ.
Σε μια πρωτοφανή μεταβολή στα πολεμικά σχέδια της Τουρκίας, ο Γκιουλέρ συνέδεσε τον σχεδιασμό της Άγκυρας για ενδεχόμενο πόλεμο με την παραδοχή ότι η Τουρκία παρακολουθεί στενά τη στρατιωτική συνεργασία Ισραήλ-Ελλάδας και τις εξελίξεις που επηρεάζουν την τουρκική ασφάλεια και τα συμφέροντα της χώρας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
«Οι μελέτες σχετικά με κάθε είδους εξελίξεις —συμπεριλαμβανομένων πιθανών κρίσεων, εντάσεων και πολέμου— που ενδέχεται να προκύψουν στην περιοχή μας… συνεχίζονται σχολαστικά, σε πλήρη συντονισμό με όλες τις υπηρεσίες του κράτους μας», ανέφερε το υπουργείο στο έγγραφο.
Η επιστολή αναφέρεται ρητά στον συντονισμό μεταξύ κρατικών θεσμών και υπηρεσιών, υποδηλώνοντας ότι ο σχεδιασμός δεν περιορίζεται στον στρατιωτικό τομέα, αλλά περιλαμβάνει επίσης ένα ευρύτερο φάσμα εθνικών πόρων που αναπτύσσονται σε όλη την Τουρκία. Η διατύπωση παραπέμπει σε προετοιμασίες για μια ενδεχόμενη κινητοποίηση μεγάλης κλίμακας, ως απάντηση σε αυτό που η Άγκυρα φαίνεται να εκλαμβάνει ως έναν αναδυόμενο εχθρικό άξονα στη γειτονιά της.
Η επιστολή αποτελούσε απάντηση σε ερώτημα που κατέθεσε ο βουλευτής του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) Χασάν Οζτουρκμέν —ένας νεο-εθνικιστής πολιτικός—, ο οποίος ζήτησε εξηγήσεις από την κυβέρνηση σχετικά με τη στρατιωτική ενίσχυση στα ελληνικά νησιά κοντά στις τουρκικές ακτές και τις επιπτώσεις της ολοένα και πιο εκτεταμένης αμυντικής συνεργασίας της Ελλάδας με το Ισραήλ.
Σε επιστολή του προς το κοινοβούλιο, με ημερομηνία 10 Αυγούστου, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας Γιασάρ Γκιουλέρ δήλωσε ότι η Άγκυρα προετοιμάζεται για πιθανά σενάρια κρίσης, έντασης και πολέμου, παρακολουθώντας παράλληλα στενά τη διευρυνόμενη στρατιωτική συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ:

Η ερώτηση αντικατόπτριζε την αυξανόμενη ανησυχία στην Άγκυρα σχετικά με τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, και ειδικότερα την απόκτηση ισραηλινών οπλικών συστημάτων και τεχνολογίας αεράμυνας.
Ο βουλευτής επικαλέστηκε αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η Ελλάδα προετοιμαζόταν να ενισχύσει τα νησιά κοντά στην Τουρκία με ισραηλινής κατασκευής συστήματα αεράμυνας, να κατασκευάσει υπόγειες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και να θωρακίσει κέντρα διοίκησης και αποθήκες πυρομαχικών. Ρώτησε επίσης εάν η Ελλάδα κατασκευάζει ή αναβαθμίζει διαδρόμους απογείωσης-προσγείωσης για μαχητικά αεροσκάφη σε νησιά κοντά στην Τουρκία και εάν αναπτύσσονται εκεί συστοιχίες Patriot ή συστήματα ισραηλινής προέλευσης.
Ένα από τα βασικά ερωτήματά του αφορούσε την έκταση της ισραηλινο-ελληνικής στρατιωτικής συνεργασίας και το κατά πόσον η κυβέρνηση τη θεωρούσε απειλή για την τουρκική εθνική ασφάλεια. Ο Öztürkmen ρώτησε επίσης ποια αντίμετρα ανέπτυσσε η Άγκυρα απέναντι στην προγραμματισμένη από την Ελλάδα πολυεπίπεδη αρχιτεκτονική αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας «Ασπίδα του Αχιλλέα» (Achilles Shield).
Ο Güler δεν παρείχε επιχειρησιακές λεπτομέρειες σχετικά με τα τουρκικά αντίμετρα, τις αναπτύξεις δυνάμεων ή τα σχέδια έκτακτης ανάγκης. Αντ’ αυτού, το υπουργείο παρουσίασε μια γενική αλλά ουσιαστική εκτίμηση.
Το υπουργείο δήλωσε ότι παρακολουθεί συνεχώς τις ενέργειες της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο —όπως τις χαρακτηρίζει η Άγκυρα— οι οποίες παραβιάζουν τα «δικαιώματα, τα συμφέροντα και τις ανησυχίες» της Τουρκίας καθώς και το διεθνές δίκαιο, προσθέτοντας ότι λαμβάνονται άμεσα τα απαραίτητα μέτρα.
Η επιστολή κάνει λόγο όχι μόνο για απειλές και κινδύνους αλλά και για ευκαιρίες, υποδηλώνοντας ότι οι αναδυόμενες αλλαγές στη γειτονιά της Τουρκίας θα μπορούσαν να δημιουργήσουν περιθώρια προώθησης των εθνικών συμφερόντων της χώρας, αν και δεν διευκρινίζει ποιες θα μπορούσαν να είναι αυτές οι ευκαιρίες.
Στη συνέχεια, το υπουργείο απευθύνθηκε άμεσα στο Ισραήλ.
Αναγνώρισε ότι η Ελλάδα και το Ισραήλ έχουν αναπτύξει στρατιωτική συνεργασία τα τελευταία χρόνια στους τομείς της αμυντικής βιομηχανίας, της στρατιωτικής εκπαίδευσης, των ασκήσεων και της τεχνολογίας. Απέναντι σε αυτό που περιέγραψε ως ένα μεταβαλλόμενο, πολυπολικό περιβάλλον ασφαλείας —το οποίο χαρακτηρίζεται από παγκόσμια και περιφερειακή αβεβαιότητα και ένα διευρυνόμενο φάσμα κινδύνων και απειλών για την Τουρκία— το υπουργείο δήλωσε ότι η στρατιωτική συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα «παρακολουθείται στενά».
Η Άγκυρα υποστήριξε επίσης ότι η ασφάλεια της Τουρκίας, καθώς και τα δικαιώματα και τα συμφέροντά της στο Αιγαίο, θα προστατεύονταν «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες».
Ο Έλληνας Υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, δήλωσε μετά τη συνάντησή του με τον Ισραηλινό ομόλογό του, Ισραέλ Κατς, στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου, ότι η συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών καλύπτει πλέον το «σύνολο του φάσματος», συμπεριλαμβανομένων της επιχειρησιακής διαλειτουργικότητας, των κοινών ασκήσεων, της έρευνας, της καινοτομίας, της αμυντικής τεχνολογίας και της αμυντικής βιομηχανίας.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν πρόγραμμα αμυντικής συνεργασίας για το 2026, το οποίο προβλέπει 29 δραστηριότητες στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ. Συμφώνησαν επίσης να ανταλλάξουν τεχνογνωσία σχετικά με την αντιμετώπιση σμηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών, μη επανδρωμένων υποβρύχιων συστημάτων και κυβερνοαπειλών. Ο κ. Δένδιας χαρακτήρισε τη σχέση αυτή ως τμήμα ενός ευρύτερου πλαισίου συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 4 Ιουνίου, τα υπουργεία Άμυνας του Ισραήλ και της Ελλάδας υπέγραψαν συμφωνία ύψους περίπου 750 εκατομμυρίων δολαρίων (650 εκατομμυρίων ευρώ) για το σύστημα πυραυλικού πυροβολικού ακριβείας PULS της εταιρείας Elbit Systems. Το πακέτο περιλαμβάνει εκτοξευτές, πυραύλους ακριβείας διαφόρων βεληνεκών και περιφερόμενα πυρομαχικά (loitering munitions). Το Υπουργείο Άμυνας του Ισραήλ χαρακτήρισε τη συμφωνία ως απόδειξη ότι η στρατηγική εταιρική σχέση ασφαλείας μεταξύ των δύο χωρών είχε φτάσει στο «υψηλότερο επίπεδό» της.
Στις 23 Ιουλίου, η Ελλάδα ενέκρινε την απόκτηση ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας από το Ισραήλ, αξίας έως 3,5 δισ. ευρώ. Το σύστημα αποτελεί τον πυρήνα της ελληνικής «Ασπίδας του Αχιλλέα», ενσωματώνοντας ισραηλινά ραντάρ και πυραύλους που κατασκευάζονται από τις εταιρείες Rafael και Israel Aerospace Industries, με στόχο την παροχή προστασίας έναντι βαλλιστικών πυραύλων, αεροσκαφών και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones).
Ο Έλληνας Υπουργός Άμυνας, Νίκος Δένδιας, δήλωσε ότι το σύστημα αναμένεται να τεθεί σε πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία εντός 35 μηνών και ότι ελληνικές εταιρείες θα κατασκευάσουν τουλάχιστον το 25% αυτού. Παράλληλα, η Ελλάδα προωθεί ένα ευρύτερο πρόγραμμα στρατιωτικού εκσυγχρονισμού ύψους 28 δισ. ευρώ με ορίζοντα το 2036, το οποίο περιλαμβάνει την απόκτηση έως και 40 αμερικανικών μαχητικών F-35, νέων φρεγατών, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και άλλων προηγμένων συστημάτων.
Η στρατηγική αυτή σχέση αποκτά επίσης μια ευρύτερη περιφερειακή διάσταση. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ, Amir Baram, δήλωσε στο Συνέδριο της Herzliya στις 30 Ιουνίου ότι το Ισραήλ οφείλει να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής, η οποία θα περιλαμβάνει χώρες που εκτείνονται «από την Ινδία και τα ΗΑΕ έως την Ελλάδα και την Κύπρο». Αν και οι δηλώσεις του εστιάζονταν κυρίως στην αντιμετώπιση του Ιράν και όχι της Τουρκίας, καταδεικνύουν τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα και η Κύπρος ενσωματώνονται όλο και περισσότερο στους μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς του Ισραήλ για την περιφερειακή ασφάλεια.
Η Αθήνα, από την πλευρά της, απορρίπτει τον ισχυρισμό της Άγκυρας ότι η Ελλάδα προβαίνει σε παράνομη στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε τον Μάρτιο ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί περί αποστρατιωτικοποίησης είναι «αβάσιμοι» και έχουν επανειλημμένα απορριφθεί. Η Αθήνα υποστηρίζει ότι για διαφορετικά νησιά ισχύουν διαφορετικά συμβατικά καθεστώτα, διατηρεί το δικαίωμα της αυτοάμυνας και δηλώνει ότι η αμυντική της ετοιμότητα κρίνεται αναγκαία λόγω της περιφερειακής αστάθειας και αυτών που η Ελλάδα θεωρεί ως συνεχιζόμενες τουρκικές απειλές.
Η διαφορά, συνεπώς, αφορά έντονα αντικρουόμενες ερμηνείες σχετικά με το καθεστώς ασφάλειας και τη νομική τάξη στο Αιγαίο. Η Τουρκία επικαλείται περιορισμούς που περιλαμβάνονται στις Συνθήκες της Λωζάνης και των Παρισίων και κατηγορεί την Αθήνα ότι μετατρέπει τα νησιά κοντά στα τουρκικά παράλια σε ολοένα και πιο οχυρωμένες στρατιωτικές θέσεις. Η Ελλάδα αμφισβητεί την ερμηνεία της Άγκυρας και δηλώνει ότι οι δυνάμεις της έχουν αμυντικό χαρακτήρα και δικαιολογούνται από το περιβάλλον ασφαλείας.
Αυτό που καθιστά την επιστολή του Güler τον Αύγουστο ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η διατύπωση που χρησιμοποίησε η Άγκυρα για να περιγράψει τις δικές της προετοιμασίες. Αντί να περιορίσει την απάντηση σε διπλωματικές διαμαρτυρίες ή στη συνήθη στρατιωτική παρακολούθηση, το υπουργείο επιβεβαίωσε ότι οι κυβερνητικοί φορείς συντονίζουν προετοιμασίες που καλύπτουν όλο το φάσμα της κλιμάκωσης, συμπεριλαμβανομένου του ενδεχομένου πολέμου.
Η διατύπωση αυτή απέκτησε πρόσθετη βαρύτητα καθώς, την ίδια στιγμή, οι εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ πλησίαζαν τα όρια μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης στη γειτονική Συρία.
Στις 18 Αυγούστου, οκτώ ημέρες αφότου ο Güler υπέγραψε την επιστολή, ισραηλινά αεροσκάφη έπληξαν την αεροπορική βάση Abu al-Duhur στη βορειοδυτική Συρία. Το Ισραήλ υποστήριξε ότι η Δαμασκός ετοιμαζόταν να επιτρέψει την ανάπτυξη τουρκικών στρατευμάτων στη βάση και ότι μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε απειλή για την ισραηλινή ασφάλεια. Η Τουρκία διέψευσε την παρουσία στρατιωτικής αντιπροσωπείας και καταδίκασε το ισραηλινό πλήγμα ως απερίσκεπτη ενέργεια.
Στη συνέχεια, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Katz προειδοποίησε τον Πρόεδρο Recep Tayyip Erdogan να μην παρασύρει την Τουρκία σε «επικίνδυνες περιπέτειες στη Συρία», ενώ η Ουάσιγκτον κινήθηκε προς την κατεύθυνση ενίσχυσης του μηχανισμού αποφυγής συγκρούσεων (deconfliction) μεταξύ Ισραήλ, Τουρκίας και Συρίας, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί κάποιο στρατιωτικό σφάλμα εκτίμησης. Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι δεν θεωρούσαν επικείμενη μια σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας, ωστόσο η ίδια η παρέμβαση κατέδειξε την ανησυχία ότι οι επιχειρήσεις των δύο περιφερειακών δυνάμεων θα μπορούσαν να φέρουν τις δυνάμεις τους σε επικίνδυνα κοντινή απόσταση.
Ο συνδυασμός της σύγκρουσης στη Συρία, της ενισχυόμενης στρατηγικής εταιρικής σχέσης του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθώς και της σημαντικής προμήθειας ισραηλινής τεχνολογίας πυραύλων, πυροβολικού και αεράμυνας από την Αθήνα, αναδιαμορφώνει τις εκτιμήσεις της Άγκυρας σχετικά με τις απειλές σε πολλαπλά μέτωπα.
Το έγγραφο που δημοσιοποίησε η Τουρκία στις 10 Αυγούστου δεν συνιστά ανακοίνωση ότι θεωρείται βέβαιη μια σύρραξη με την Ελλάδα ή το Ισραήλ. Παρέχει, ωστόσο, μια σπάνια επίσημη παραδοχή ότι η Άγκυρα ενσωματώνει το ενδεχόμενο πολέμου στον συντονισμένο κρατικό σχεδιασμό της, εξετάζοντας παράλληλα προσεκτικά τη στρατιωτική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Ισραήλ και της παραδοσιακής αντιπάλου της, της Ελλάδας.
Για την Άγκυρα, αυτό που κάποτε αποτελούσε κατά κύριο λόγο μια διμερή ελληνοτουρκική αντιπαράθεση για το Αιγαίο, πλέον διασταυρώνεται όλο και περισσότερο με μια πολύ ευρύτερη αναδιάταξη της περιφερειακής ασφάλειας, στο πλαίσιο της οποίας τα ισραηλινά οπλικά συστήματα, η τεχνολογία, η εκπαίδευση και η στρατηγική συνεργασία ενσωματώνονται στη στρατιωτική δομή της Ελλάδας, την ίδια στιγμή που η τουρκο-ισραηλινή αντιπαλότητα κλιμακώνεται από την Ανατολική Μεσόγειο έως τη Συρία.

