Πηγή: https://methormisakathektou.blog
Γράφει: Ο Θεόδωρος Σαράφης*
Οι δυνάμεις Πεζοναυτών αποτελούν παραδοσιακά επίλεκτους σχηματισμούς, σχεδιασμένους να επιχειρούν στο μεταίχμιο ξηράς και θάλασσας και να εξασφαλίζουν τη δυνατότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος σε νησιωτικά και παράκτια περιβάλλοντα. Στην ελληνική περίπτωση, η 32 Ταξιαρχία Πεζοναυτών (32 ΤΑΞΠΖΝ) αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό μηχανοκίνητο σχηματισμό, προσανατολισμένο στην εκτέλεση αμφίβιων επιχειρήσεων και στην υποστήριξη των ελληνικών αμυντικών σχεδίων, ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
Τα τελευταία χρόνια, το Σώμα Πεζοναυτών των ΗΠΑ (US Marine Corps – USMC) πραγματοποιεί έναν από τους σημαντικότερους μετασχηματισμούς της ιστορίας του. Μέσω του Force Design προσαρμόζει την οργάνωση, τα μέσα και το δόγμα του στις απαιτήσεις ενός ενδεχόμενου πολέμου υψηλής έντασης στον Ινδοειρηνικό. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στις κατανεμημένες επιχειρήσεις μικρών, ευέλικτων και δικτυωμένων δυνάμεων, οι οποίες θα μπορούν να μετακινούνται μεταξύ νησιών και παράκτιων περιοχών, να εντοπίζουν τον αντίπαλο και να συνεισφέρουν στην προσβολή στόχων στην ξηρά, στον αέρα και στη θάλασσα.
Η αμερικανική εμπειρία δεν μπορεί, φυσικά, να μεταφερθεί αυτούσια στο Αιγαίο. Οι γεωγραφικές αποστάσεις, η πυκνότητα των δυνάμεων, οι διαθέσιμες υποδομές και το ευρύτερο επιχειρησιακό περιβάλλον είναι διαφορετικά. Μπορεί, όμως, να προσφέρει χρήσιμα διδάγματα για τη μελλοντική εξέλιξη της 32 ΤΑΞΠΖΝ και, ειδικότερα, της οργανικής της μονάδας πυροβολικού, της 32 Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού (32 ΜΠΠ).
Η εξέλιξη του Πυροβολικού της 32ΜΠΠ και οι νέες απαιτήσεις
Αποστολή της 32 ΜΠΠ είναι η υποστήριξη των ενεργειών των Πεζοναυτών με πυρά πυροβολικού και η προσβολή εχθρικών δυνάμεων, μέσων και εγκαταστάσεων. Η μονάδα διαθέτει αυτοκινούμενα πυροβόλα Μ109 των 155 mm, τα οποία αντικατέστησαν τα παλαιότερα ρυμουλκούμενα πυροβόλα των 105 mm που επί δεκαετίες χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες Πεζοναύτες.
Το σύγχρονο πεδίο μάχης, ωστόσο, μεταβάλλεται με μεγάλη ταχύτητα. Οι επιχειρήσεις στην Ουκρανία ανέδειξαν με ιδιαίτερη σαφήνεια τη σημασία της στενής διασύνδεσης αισθητήρων, μη επανδρωμένων συστημάτων, μέσων διοίκησης και ελέγχου και όπλων υποστήριξης πυρών. Τα UAV δεν αντικαθιστούν το πυροβολικό. Αντίθετα, λειτουργούν συμπληρωματικά προς αυτό, αναλαμβάνοντας αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης, εντοπισμού και κατάδειξης στόχων, διόρθωσης πυρών και εκτίμησης των αποτελεσμάτων της προσβολής. Παράλληλα, τα FPV UAV και τα περιφερόμενα πυρομαχικά έχουν προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο άμεσης και ακριβούς προσβολής.
Δημιουργείται έτσι ένα δικτυωμένο σύστημα αισθητήρων και μέσων προσβολής, στο οποίο επιδιώκεται η δραστική μείωση του χρόνου μεταξύ εντοπισμού και προσβολής ενός στόχου. Στο περιβάλλον αυτό, το πυροβολικό εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: μεγάλο όγκο πυρός, ισχυρή καταστρεπτική ικανότητα, δυνατότητα συνεχούς υποστήριξης των μαχόμενων τμημάτων και αξιοποίηση διαφορετικών τύπων πυρομαχικών.
Ταυτόχρονα, όμως, η διάδοση UAV, περιφερόμενων πυρομαχικών, ραντάρ αντιπυροβολικού και σύγχρονων συστημάτων ISR καθιστά εξαιρετικά επικίνδυνη την παρατεταμένη παραμονή μιας πυροβολαρχίας στην ίδια θέση. Η τακτική «shoot-and-scoot», δηλαδή η εκτέλεση σύντομης αποστολής πυρών και η άμεση αλλαγή θέσης, δεν αποτελεί πλέον απλώς επιθυμητό χαρακτηριστικό αλλά βασική προϋπόθεση επιβίωσης.
Τι πραγματικά αλλάζει στους Αμερικανούς Πεζοναύτες
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του αμερικανικού μετασχηματισμού αποτελούν τα Marine Littoral Regiments (MLR). Δεν πρόκειται για μονάδες πυροβολικού με την παραδοσιακή έννοια, αλλά για σχηματισμούς σχεδιασμένους να επιχειρούν κατανεμημένα σε παράκτιο και νησιωτικό περιβάλλον, συνδυάζοντας δυνατότητες μάχης, αντιαεροπορικής προστασίας, επιτήρησης, στοχοποίησης και υποστήριξης.
Η σημασία τους βρίσκεται περισσότερο στη φιλοσοφία παρά στην ακριβή οργανωτική τους σύνθεση: μικρές και κατανεμημένες δυνάμεις, περιορισμένο επιχειρησιακό ίχνος, υψηλή κινητικότητα, οργανική επιτήρηση, αντιαεροπορική και αντι-UAV προστασία και δυνατότητα χρήσης κατευθυνόμενων όπλων εναντίον στόχων τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το NMESIS (Navy Marine Expeditionary Ship Interdiction System), το οποίο χρησιμοποιεί τον Naval Strike Missile και παρέχει στους Πεζοναύτες δυνατότητα προσβολής πλοίων από χερσαίες θέσεις. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μία σημαντική αλλαγή φιλοσοφίας: οι Πεζοναύτες δεν αποτελούν πλέον μόνο δύναμη που χρησιμοποιεί τη θάλασσα για να μεταφερθεί προς την ξηρά. Αφού αναπτυχθούν στην ξηρά, μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στον αγώνα ελέγχου ή άρνησης χρήσης της θάλασσας.
Παράλληλα, το USMC αξιοποιεί συστήματα HIMARS για πυραυλικά πυρά μεγάλου βεληνεκούς, ενώ ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην αεράμυνα μικρού βεληνεκούς και στην αντιμετώπιση UAV. Συστήματα όπως το MADIS συνδυάζουν σε κινητές πλατφόρμες αισθητήρες, μέσα ηλεκτρονικής προσβολής και κινητικά όπλα για την αντιμετώπιση UAV και άλλων εναέριων απειλών.

Το ουσιώδες, επομένως, δεν είναι η απλή προσθήκη νέων οπλικών συστημάτων. Είναι η προσπάθεια δημιουργίας ενός δικτύου στο οποίο αισθητήρες, UAV, πυροβολικό, κατευθυνόμενα βλήματα, μέσα ηλεκτρονικού πολέμου και αντιαεροπορικά συστήματα συνεργάζονται μέσα σε έναν κοινό κύκλο διοίκησης, στοχοποίησης και προσβολής.
Ρυμουλκούμενο ή αυτοκινούμενο πυροβολικό;
Ένα ιδιαίτερο ζήτημα αφορά τη χρησιμότητα του ελαφρού ρυμουλκούμενου πυροβολικού. Το Μ777 των 155 mm αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πυροβόλου του οποίου βασικό πλεονέκτημα είναι το σχετικά χαμηλό βάρος και, συνεπώς, η δυνατότητα αερομεταφοράς, ακόμη και ως εξωτερικού φορτίου κατάλληλου μεταφορικού ελικοπτέρου.
Μια αντίστοιχη δυνατότητα θα μπορούσε θεωρητικά να παρουσιάζει ενδιαφέρον για το ελληνικό αρχιπελαγικό περιβάλλον, όχι επειδή αποτελεί κατ’ ανάγκην την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η 32 ΜΠΠ, αλλά επειδή θα μπορούσε να καλύψει μια συγκεκριμένη επιχειρησιακή απαίτηση: την ταχεία ανάπτυξη πυροβολικού 155 mm σε περιοχή όπου η μεταφορά βαρύτερου αυτοκινούμενου συστήματος είναι δυσχερής.
Το βασικό μειονέκτημα του ρυμουλκούμενου πυροβολικού είναι η επιβιωσιμότητα. Η τάξη και κυρίως η άρση ενός τέτοιου συστήματος απαιτούν περισσότερο χρόνο σε σχέση με ένα σύγχρονο αυτοκινούμενο πυροβόλο. Σε ένα περιβάλλον όπου ο αντίπαλος διαθέτει UAV παρατήρησης, περιφερόμενα πυρομαχικά και μέσα αντιπυροβολικού, ακόμη και λίγα λεπτά μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμα.
Επομένως, η εξέταση μιας ελαφράς αερομεταφερόμενης δυνατότητας πυροβολικού θα πρέπει να αφορά την κάλυψη μιας ειδικής επιχειρησιακής ανάγκης και όχι την αντικατάσταση του αυτοκινούμενου πυροβολικού.
Αντίστοιχα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα σύγχρονα τροχοφόρα πυροβόλα της κατηγορίας CAESAR. Η υψηλή επιχειρησιακή κινητικότητα, οι σχετικά μικρές απαιτήσεις υποστήριξης και οι σύντομοι χρόνοι τάξης και άρσης μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Από την άλλη πλευρά, τα ερπυστριοφόρα αυτοκινούμενα πυροβόλα προσφέρουν συνήθως μεγαλύτερη προστασία και καλύτερη εκτός οδού κινητικότητα.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν πρέπει να τίθεται απλουστευτικά ως επιλογή μεταξύ «παλαιού» και «νέου» πυροβόλου, αλλά ως αξιολόγηση διαφορετικών λύσεων —ερπυστριοφόρων, τροχοφόρων ή ελαφρών αερομεταφερόμενων— με βάση τις συγκεκριμένες επιχειρησιακές απαιτήσεις της Ταξιαρχίας. Η ταυτόχρονη εισαγωγή πολλών διαφορετικών οικογενειών πυροβόλων θα πρέπει επίσης να σταθμιστεί έναντι του πρόσθετου κόστους εκπαίδευσης, συντήρησης, ανταλλακτικών και εφοδιαστικής υποστήριξης.
Το ιδιαίτερο επιχειρησιακό περιβάλλον του Αιγαίου
Οι συνθήκες στις οποίες καλούνται να επιχειρήσουν οι Έλληνες Πεζοναύτες διαφέρουν σημαντικά από εκείνες του Ινδοειρηνικού. Οι αποστάσεις στο Αιγαίο είναι μικρότερες, το επιχειρησιακό περιβάλλον περισσότερο συμπιεσμένο και η πυκνότητα στρατιωτικών μέσων πολύ μεγαλύτερη.

Το αρχιπελαγικό περιβάλλον, ωστόσο, δημιουργεί ορισμένες συγκρίσιμες απαιτήσεις: δυνατότητα ταχείας μεταφοράς δυνάμεων, διασπορά, απόκρυψη, περιορισμένο επιχειρησιακό ίχνος, οργανική επιτήρηση, προστασία από UAV και αεροπορικές απειλές και δυνατότητα ταχείας συγκέντρωσης πυρών χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη φυσική συγκέντρωση των δυνάμεων.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η μελλοντική εξέλιξη της 32 ΜΠΠ δεν θα πρέπει να εξετάζεται απλώς ως ζήτημα αντικατάστασης ενός τύπου πυροβόλου από έναν άλλο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιες δυνατότητες χρειάζεται η 32 ΤΑΞΠΖΝ ώστε να μπορεί να επιχειρεί ως σύγχρονη αμφίβια και αρχιπελαγική δύναμη.
Πιθανές κατευθύνσεις εξέλιξης
Μία πρώτη κατεύθυνση θα μπορούσε να αφορά την ενίσχυση της οργανικής δυνατότητας SHORAD/C-UAS. Κινητά συστήματα μικρού βεληνεκούς, αισθητήρες και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου θα μπορούσαν να παρέχουν προστασία στα τμήματα Πεζοναυτών και στις μονάδες υποστήριξης πυρών από UAV, περιφερόμενα πυρομαχικά, ελικόπτερα και άλλες απειλές χαμηλού ύψους. Συστήματα της φιλοσοφίας MADIS παρουσιάζουν ενδιαφέρον ακριβώς επειδή συνδυάζουν εντοπισμό και αντιμετώπιση απειλών σε μία ιδιαίτερα κινητική αρχιτεκτονική. Στον τομέα της ηλεκτρονικής αντιμετώπισης UAV θα μπορούσαν παράλληλα να αξιολογηθούν ελληνικές λύσεις, εφόσον μπορούν να προσαρμοστούν στις επιχειρησιακές απαιτήσεις μιας αμφίβιας χερσαίας δύναμης.
Δεύτερη κατεύθυνση είναι η εκτεταμένη χρήση UAV. Τα μη επανδρωμένα συστήματα πρέπει πλέον να αντιμετωπίζονται ως αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος πυρών. Οι Παρατηρητές Πυροβολικού μπορούν να αξιοποιούν UAV για αναγνώριση, εντοπισμό και κατάδειξη στόχων, διόρθωση πυρών και εκτίμηση αποτελεσμάτων προσβολής. Παράλληλα, μικρά FPV και περιφερόμενα πυρομαχικά μπορούν να αναλαμβάνουν την άμεση προσβολή σημειακών στόχων.
Τρίτη κατεύθυνση είναι η αύξηση της κινητικότητας και της επιβιωσιμότητας του πυροβολικού. Είτε μέσω της περαιτέρω αξιοποίησης και αναβάθμισης αυτοκινούμενων συστημάτων είτε μέσω της μελλοντικής εξέτασης τροχοφόρων λύσεων, το ζητούμενο πρέπει να είναι η δυνατότητα εκτέλεσης αποστολής πυρών και άμεσης μετακίνησης πριν ο αντίπαλος ολοκληρώσει τον δικό του κύκλο εντοπισμού και προσβολής.
Τέταρτη κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η εξέταση μιας περιορισμένης, εξειδικευμένης αερομεταφερόμενης ικανότητας πυροβολικού, εφόσον αποδειχθεί ότι αυτή καλύπτει πραγματική επιχειρησιακή απαίτηση. Η δυνατότητα μεταφοράς ενός ελαφρού πυροβόλου 155 mm με μεταφορικά ελικόπτερα θα μπορούσε να προσφέρει ευελιξία σε ειδικές αποστολές, χωρίς όμως να θεωρείται υποκατάστατο του κύριου αυτοκινούμενου πυροβολικού.
Πέμπτη κατεύθυνση αποτελεί η δυνατότητα πυρών μεγαλύτερου βάθους. Ένα σύστημα της κατηγορίας HIMARS μπορεί να παρέχει δυνατότητες που υπερβαίνουν σημαντικά εκείνες του συμβατικού πυροβολικού. Η αξία μιας τέτοιας ικανότητας, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στον εκτοξευτή. Προϋποθέτει κατάλληλα πυρομαχικά, αισθητήρες, ασφαλείς επικοινωνίες, αποτελεσματική διοίκηση και έλεγχο και, κυρίως, αξιόπιστη διαδικασία στοχοποίησης.
Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η δυνατότητα συμμετοχής των χερσαίων δυνάμεων στην προσβολή θαλάσσιων στόχων. Το NMESIS του USMC καταδεικνύει τη μεταβολή της φιλοσοφίας των παράκτιων επιχειρήσεων: μια δύναμη εγκατεστημένη σε ένα νησί μπορεί να συμμετέχει ενεργά στον αγώνα ελέγχου ή άρνησης χρήσης της θάλασσας.
Στην ελληνική περίπτωση, όμως, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η 32 ΤΑΞΠΖΝ πρέπει να διαθέτει οργανικά κάθε αντίστοιχο οπλικό σύστημα. Μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχει η δυνατότητα διασύνδεσής της με συστήματα παράκτιας άμυνας και με αισθητήρες και μέσα προσβολής του Στρατού Ξηράς, του Πολεμικού Ναυτικού και της Πολεμικής Αεροπορίας.
Το κρίσιμο στοιχείο: διοίκηση, έλεγχος και στοχοποίηση
Η συγκέντρωση διαφορετικών οπλικών συστημάτων δεν δημιουργεί από μόνη της ένα αποτελεσματικό σύστημα πυρών. Το κρίσιμο στοιχείο είναι η δυνατότητα σύνδεσης των αισθητήρων με τα κατάλληλα μέσα προσβολής μέσα από ένα ανθεκτικό σύστημα διοίκησης, ελέγχου, επικοινωνιών και στοχοποίησης.
Ο επιθυμητός κύκλος είναι απλός στη θεωρία αλλά εξαιρετικά απαιτητικός στην εφαρμογή του:
εντοπισμός → αναγνώριση και ταυτοποίηση → στοχοποίηση → επιλογή κατάλληλου μέσου προσβολής → εκτέλεση πυρών → εκτίμηση αποτελέσματος → μετακίνηση.
Όσο μικρότερος είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης αυτού του κύκλου τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα επιτυχούς προσβολής του στόχου και επιβίωσης του φίλιου μέσου πυρός.
Αυτό προϋποθέτει ασφαλείς και ανθεκτικές επικοινωνίες, δυνατότητα λειτουργίας υπό συνθήκες ηλεκτρονικών παρεμβολών και, κυρίως, διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφορετικών κλάδων και μονάδων.
Από τη Μοίρα Πυροβολικού σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα πυρών
Η μελλοντική εξέλιξη της 32 ΜΠΠ δεν χρειάζεται, συνεπώς, να περιοριστεί στην αναζήτηση του «επόμενου πυροβόλου». Η ουσία βρίσκεται στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και δικτυωμένου συστήματος πυρών που θα μπορεί να συνδυάζει συμβατικό πυροβολικό, UAV, περιφερόμενα πυρομαχικά, μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, δυνατότητες C-UAS/SHORAD και πρόσβαση, όπου απαιτείται, σε πυραυλικά πυρά μεγαλύτερου βεληνεκούς.
Δεν είναι επίσης αναγκαίο όλες αυτές οι δυνατότητες να ανήκουν οργανικά στην ίδια μονάδα ή ακόμη και στην ίδια Ταξιαρχία. Το κρίσιμο είναι η 32 ΤΑΞΠΖΝ να διαθέτει οργανικά εκείνα τα μέσα που απαιτούνται για την άμεση υποστήριξη και αυτοπροστασία της και, ταυτόχρονα, να μπορεί να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διακλαδικό δίκτυο αισθητήρων και μέσων προσβολής.
Υπό αυτή την έννοια, το ερώτημα δεν είναι απλώς εάν η 32 ΤΑΞΠΖΝ πρέπει να διαθέτει ένα συγκεκριμένο πυραυλικό ή αντιπλοϊκό σύστημα. Το ουσιαστικότερο ερώτημα είναι εάν μπορεί να αποκτήσει, όταν απαιτείται, ταχεία και αξιόπιστη πρόσβαση στο κατάλληλο μέσο πυρός ανεξαρτήτως του Κλάδου στον οποίο αυτό υπάγεται.
Ένας τέτοιος μετασχηματισμός θα μπορούσε μελλοντικά να οδηγήσει ακόμη και στην εξέλιξη της σημερινής αντίληψης περί Μοίρας Πυροβολικού προς έναν ευρύτερο μηχανισμό συντονισμού υποστήριξης πυρών, αισθητήρων και μέσων προσβολής.
Το σημαντικότερο δίδαγμα από την εξέλιξη των Αμερικανών Πεζοναυτών δεν είναι, επομένως, η αντιγραφή συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων. Είναι η αλλαγή φιλοσοφίας.
Στο σύγχρονο αρχιπελαγικό πεδίο μάχης, η ισχύς μιας δύναμης Πεζοναυτών δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό ή το διαμέτρημα των πυροβόλων της. Θα εξαρτάται κυρίως από το πόσο γρήγορα μπορεί να εντοπίσει, να ταυτοποιήσει, να στοχοποιήσει και να προσβάλει τον αντίπαλο και, αμέσως μετά, να μετακινηθεί πριν εκείνος μπορέσει να ανταποδώσει τα πυρά.
Για την 32 ΤΑΞΠΖΝ αυτό θα μπορούσε να σημαίνει τη σταδιακή μετάβαση από την παραδοσιακή έννοια της υποστήριξης πυροβολικού σε ένα δικτυωμένο σύστημα πυρών πολλαπλών πεδίων, προσαρμοσμένο στις ιδιαίτερες γεωγραφικές και επιχειρησιακές συνθήκες του Αιγαίου.
Μια τέτοια δύναμη δεν θα είναι απλώς ικανή να αποβιβάζεται και να μάχεται στην ξηρά. Θα μπορεί να επιτηρεί, να προστατεύεται από μη επανδρωμένες και εναέριες απειλές, να κατευθύνει πυρά, να προσβάλλει στόχους σε μεγαλύτερο βάθος και, ως μέρος ενός ευρύτερου διακλαδικού δικτύου, να συμβάλλει στον αγώνα για τον έλεγχο του ίδιου του θαλάσσιου χώρου.
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να κινηθεί η συζήτηση για την 32 ΤΑΞΠΖΝ και τους Έλληνες Πεζοναύτες του μέλλοντος.
*Έφεδρος Αξιωματικός ΣΞ


by