Γράφει: Ο Δημήτρης Απόκης*
Το ψευδεπίγραφο δίπολο Μητσοτάκης ή Τσίπρας
Το τελευταίο διάστημα αυτό που παρατηρούμε στο πολιτικό σκηνικό της χώρας είναι μια καλοστημένη στρατηγική για το στήσιμο, ενός δίπολου πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των επερχόμενων εθνικών εκλογών.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως ο «μονόδρομος» της σταθερότητας και της ευρωπαϊκής πορείας, ενώ από την άλλη παρουσιάζεται ο Αλέξης Τσίπρας με το νέο του κόμμα ως ο δήθεν ριζοσπαστικός αντίπαλος που έρχεται να «αλλάξει τα πράγματα».
- Αυτή η τεχνητή διχοτομία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ψευδεπίγραφο αφήγημα, σχεδιασμένο να αποκρύψει τις βαριές προσωπικές και πολιτικές ευθύνες που φέρουν και οι δύο για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα σήμερα.
Η στρατηγική αυτή είναι επικίνδυνη γιατί δεν επιτρέπει στον ελληνικό λαό να δει καθαρά ποιοι και πώς οδήγησαν τη χώρα στο σημερινό τέλμα.
Ο Αλέξης Τσίπρας (2015-2019), φέρει άμεση και αδιαμφισβήτητη ευθύνη για την οικονομική κατάρρευση της περιόδου 2015-2019. Μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων ψήφισε «Όχι» στα μέτρα λιτότητας, ο ίδιος ο Τσίπρας αναίρεσε τη λαϊκή εντολή μέσα σε λίγες ημέρες.
Επέβαλε capital controls, έκλεισε τις τράπεζες για εβδομάδες και υπέγραψε το τρίτο καταστροφικό μνημόνιο, το οποίο ήταν σαφώς χειρότερο από εκείνα που είχε καταγγείλει προεκλογικά, παραλαμβάνοντας, μάλιστα, μια χώρα που βρίσκονταν στα πρόθυρα της εξόδου από την κρίση.
Οι συνέπειες ήταν άμεσες και οδυνηρές. Η οικονομία εισήλθε σε νέα, βαθιά ύφεση. Η ανεργία παρέμεινε σε δραματικά υψηλά επίπεδα, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων, οδηγώντας χιλιάδες νέους επιστήμονες και εργαζόμενους στη μετανάστευση.
- Η φτώχεια επεκτάθηκε σε ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, ενώ χιλιάδες οικογένειες έχασαν τα σπίτια τους ή βρέθηκαν αντιμέτωπες με κατασχέσεις. Τα capital controls παρέλυσαν την αγορά, δυσκόλεψαν τις εισαγωγές πρώτων υλών και φαρμάκων και δημιούργησαν μια γενικευμένη αίσθηση οικονομικής ασφυξίας που κράτησε για χρόνια.
Παράλληλα, το 2018 ο Τσίπρας υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Με αυτή την πράξη παραχώρησε το όνομα «Μακεδονία» στα Σκόπια, μαζί με στοιχεία ταυτότητας, γλώσσας και ιστορικής κληρονομιάς.
Δεν επρόκειτο για μια απλή ονοματολογική διευθέτηση. Η συμφωνία άνοιξε τον δρόμο για μακροπρόθεσμους κινδύνους: ιστορική αναθεώρηση, ενίσχυση αλυτρωτικών τάσεων και αποδυνάμωση της ελληνικής θέσης σε διεθνή επίπεδο.
Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «εθνικής επιτυχίας», η συμφωνία υπονόμευσε θεμελιώδη εθνικά συμφέροντα και δημιούργησε προηγούμενο που δύσκολα αναστρέφεται.
- Την ίδια περίοδο, ο Τσίπρας όχι μόνο δεν ανέστειλε τις ιδιωτικοποιήσεις, αλλά τις συνέχισε και τις επέκτεινε. Εθνικά περιουσιακά στοιχεία, λιμάνια, αεροδρόμια, ενεργειακές υποδομές και δημόσιες επιχειρήσεις παραχωρήθηκαν για δεκαετίες σε ξένα συμφέροντα, συχνά με όρους που δεν εξασφάλιζαν ουσιαστικά οφέλη για την ελληνική οικονομία και τους πολίτες.
Υποθήκευσε την εθνική περιουσία της χώρας για 99 χρόνια, χωρίς να λάβει σε αντάλλαγμα πραγματική ανάπτυξη ή προστασία των εργαζομένων.
- Στην άλλη πλευρά, από το 2019 μέχρι και σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης φέρει την κύρια ευθύνη για την ακρίβεια που πλήττει τα νοικοκυριά. Παρά τις συνεχείς διακηρύξεις για «ανάπτυξη» και «νέες θέσεις εργασίας», ο πληθωρισμός έφτασε στο 5,2% τον Μάιο, με ιδιαίτερα έντονες πιέσεις στα τρόφιμα, τη στέγαση και την ενέργεια.
Οι πολιτικές της κυβέρνησης δεν αντιμετώπισαν τις δομικές αιτίες της ακρίβειας – υψηλό ενεργειακό κόστος, συγκέντρωση αγοράς, έλλειψη ανταγωνισμού – και περιορίστηκαν σε προσωρινές επιδοματικές παρεμβάσεις που λειτουργούν ως «ασπιρίνες» χωρίς να θεραπεύουν την ασθένεια.
- Η φορολογική πολιτική παρέμεινε εξοντωτική για τη μεσαία τάξη και τους ελεύθερους επαγγελματίες. Παρά κάποιες επιμέρους μειώσεις συντελεστών, το βάρος των εισφορών ΕΦΚΑ και των τεκμηρίων συνέχισε να πιέζει ασφυκτικά χιλιάδες νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Πολλοί επαγγελματίες βρέθηκαν αντιμέτωποι με αδυναμία επιβίωσης, ενώ η μεσαία τάξη – η ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας – συρρικνώθηκε περαιτέρω.
Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη υπήρξε η πολιτική της επιταχυνόμενης απολιγνιτοποίησης. Ο Μητσοτάκης προχώρησε στο κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων μέχρι το 2028, καταστρέφοντας έναν εθνικό φυσικό πόρο που για δεκαετίες αποτελούσε φθηνή και αξιόπιστη πηγή ενέργειας.
Στη Δυτική Μακεδονία οι συνέπειες ήταν καταστροφικές: απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας, δραματική συρρίκνωση του τοπικού ΑΕΠ, μαζική μείωση του πληθυσμού και ερήμωση ολόκληρων περιοχών.
Η μετάβαση σε άλλες πηγές ενέργειας έγινε χωρίς επαρκή σχεδιασμό, αυξάνοντας το κόστος για τα νοικοκυριά και ενισχύοντας την εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας.
- Το 2024 ο Μητσοτάκης προώθησε και ψήφισε τον νόμο για τον γάμο ομόφυλων ζευγαριών. Σε μια περίοδο έντονης δημογραφικής κρίσης, με εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και γήρανση του πληθυσμού, η νομοθέτηση αυτή θεωρήθηκε από μεγάλο μέρος της κοινωνίας ως απαξίωση της παραδοσιακής οικογένειας και των αξιών που ιστορικά στήριξαν την ελληνική κοινωνία.
Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, η Διακήρυξη των Αθηνών του 2023 με την Τουρκία αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής κατευνασμού. Παρά τις διαβεβαιώσεις, δεν επιλύθηκαν τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα της υφαλοκρηπίδας, της ΑΟΖ και του Κυπριακού.
Ταυτόχρονα, η διαχείριση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες στερείται σαφούς στρατηγικής υπεράσπισης των ελληνικών συμφερόντων, αφήνοντας τη χώρα εκτεθειμένη σε γεωπολιτικές πιέσεις.
- Τέλος, κατά τη διάρκεια της θητείας του Μητσοτάκη καταγράφηκαν σοβαρά σκάνδαλα και φαινόμενα διαφθοράς, ενώ η αλαζονική άσκηση της εξουσίας πλήγωσε θεσμούς, ανεξάρτητες αρχές και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Ο Τσίπρας και ο Μητσοτάκης φέρουν κοινή και άμεση ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας. Και οι δύο, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, οδήγησαν μεγάλο μέρος των πολιτών στα όρια της φτώχειας, πλήγωσαν τους θεσμούς, προκάλεσαν ή ανέχθηκαν σκάνδαλα και υπονόμευσαν την εθνική κυριαρχία.
Το δίπολο που το σύστημα κατασκευάζει σήμερα είναι ψευδεπίγραφο γιατί κρύβει αυτές τις ευθύνες και επικίνδυνο γιατί εμποδίζει την έξοδο από το τέλμα.
- Η Ελλάδα δεν χρειάζεται νέα πρόσωπα που θα ανακυκλώσουν τις ίδιες αποτυχημένες συνταγές. Χρειάζεται έναν νέο πολιτικό σχηματισμό με ηγεσία που θα διαθέτει πραγματική εμπειρία διακυβέρνησης, συνέπεια θέσεων, αδιαπραγμάτευτο πατριωτισμό και ακέραιο ήθος.
Μόνο μια τέτοια ηγεσία μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για την αντιστροφή των καταστροφών που προκάλεσαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και να προσφέρει πραγματική, βιώσιμη διέξοδο από τη φτώχεια, την απαξίωση των θεσμών και την υπονόμευση των εθνικών συμφερόντων.
Το ψευδές δίπολο Μητσοτάκη-Τσίπρα δεν είναι λύση. Είναι μέρος του προβλήματος. Η χώρα χρειάζεται έμπειρη ηγεσία που θα υπηρετήσει, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς ψεύτικες αντιπαραθέσεις, τα συμφέροντα του ελληνικού λαού.
*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος, με ειδίκευση στην Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική, Γεωπολιτική και Διεθνή Οικονομία. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον. Είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies, του Λονδίνου. Ως Δημοσιογράφος, υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, στο Στέητ Ντιπάρτμεντ και στο Αμερικανικό Πεντάγωνο.


by