Γράφει: Ο Απόστολος Βρατσιώτης*
Η χρήση του όρου «ένστολοι» στην πολιτική και δημοσιογραφική γλώσσα έχει καταστεί μια γενικευμένη κατηγορία που περιλαμβάνει όσους φορούν στολή στην εκτέλεση των καθηκόντων τους : Στρατιωτικούς, Αστυνομικούς, Πυροσβέστες, Λιμενικούς.
Θεσμικά, όμως, υπάρχει σημαντική διάκριση.
Ο Στρατιωτικός είναι πρόσωπο που ανήκει στις Ένοπλες Δυνάμεις και τελεί υπό καθεστώς Στρατιωτικής Ιεραρχίας, Πειθαρχίας και Ειδικής Συνταγματικής Αποστολής (άρθρα 45 και 96 του Συντάγματος).
Αντίθετα, οι Αστυνομικοί, Πυροσβέστες και Λιμενικοί, αν και φέρουν στολή, υπάγονται στο καθεστώς Δημοσίων Υπαλλήλων με Ειδικό Υπηρεσιακό Δίκαιο· οι υπηρεσίες τους ανήκουν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και δέν ταυτίζονται με την αποστολή των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η Ελληνική Νομοθεσία είναι σαφής : ο όρος «Στρατιωτικός» έχει Νομική Υπόσταση (ν. 3883/2010, άρθρο 1), ενώ ο όρος «ένστολος» είναι περιγραφικός, δέν απαντά σε καμία θεσμική διάταξη.
Το ότι οι “πολιτικοί” επιλέγουν να μιλούν για «ένστολους» εντάσσεται σε μια ρητορική στρατηγική : αφενός ομαδοποιούν πολλαπλά επαγγελματικά σώματα ώστε οι μισθολογικές παρεμβάσεις να παρουσιάζονται ως οριζόντιες, αφετέρου αποδυναμώνουν την διακριτή θέση των Ενόπλων Δυνάμεων ως θεμελιώδους Συνταγματικού Πυλώνα Ασφαλείας.
Όταν ο “πολιτικός” δέν ξεχωρίζει τον Στρατιωτικό από τον Αστυνομικό, υποβαθμίζει την έννοια της Εθνικής Άμυνας στο ίδιο επίπεδο με την καθημερινή δημόσια τάξη.
Συνεπώς, η φράση ότι «οι Στρατιωτικοί δέν είναι ένστολοι» είναι ορθή σε Θεσμικό επίπεδο· είναι Στρατιωτικοί, με Ειδική Αποστολή και διαφορετικό Νομικό πλαίσιο.
Ο όρος «ένστολοι» μπορεί να λειτουργεί για λόγους ρητορικής ευκολίας, αλλά σε καμία περίπτωση δέν αποδίδει το Κύρος, τον Συνταγματικό Ρόλο και την ιδιαίτερη θέση των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.

