Πηγή: https://www.meforum.org
Γράφει: Ο Jonathan Spyer*
Το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται όλο και συχνότερα σε αντίπαλα στρατόπεδα στα πιο κρίσιμα σημεία ανάφλεξης της περιοχής.
Ο Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου έδωσε εντολή αυτή την εβδομάδα στο Τμήμα Διεθνούς Δικαίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης να προετοιμάσει νομική υπόθεση κατά του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Σύμφωνα με διάφορα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, η υπόθεση θα επικεντρωθεί στη μεταχείριση της κουρδικής μειονότητας από την Τουρκία, καθώς και στη συνεχιζόμενη υποστήριξη και παροχή καταφυγίου στη Χαμάς.
Είναι απίθανο η υπόθεση να έχει σημαντικές συνέπειες. Ούτε το Ισραήλ ούτε η Τουρκία έχουν επικυρώσει το Καταστατικό της Ρώμης, γεγονός που σημαίνει ότι καμία από τις δύο χώρες δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Η κίνηση του Ισραήλ φαίνεται να αποτελεί απάντηση στην προσπάθεια της Τουρκίας να εξασφαλίσει την έκδοση «ερυθράς αγγελίας» (red notice) από την Interpol, με στόχο τη σύλληψη του Νετανιάχου.
Ωστόσο, η ισραηλινή πρωτοβουλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για διάφορους λόγους. Είναι η πρώτη φορά που η Ιερουσαλήμ επιδιώκει να αξιοποιήσει τη μεταχείριση της κουρδικής μειονότητας από την Τουρκία ως μέσο άσκησης αντίρροπης πίεσης προς την Άγκυρα. Ισραηλινοί υπουργοί έχουν προβεί σε δηλώσεις σχετικά με το ζήτημα αυτό στο παρελθόν, χωρίς όμως να υπάρξει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα.
Αντιθέτως, η πρόσφατη αυτή κίνηση σηματοδοτεί την αποδοχή της πρόκλησης από το Ισραήλ στον τομέα του «νομικού πολέμου» (lawfare). Αποτελεί την πρώτη ένδειξη ότι η Ιερουσαλήμ φιλοδοξεί να περάσει από την αμυντική στάση σε πιο ενεργητικές δράσεις στον συγκεκριμένο τομέα. Η ισραηλινή πρωτοβουλία χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από αρκετούς πολιτικά ενεργούς Κούρδους, τουρκικής καταγωγής, οι οποίοι μίλησαν στον γράφοντα.
Οι αρχικές αυτές κινήσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη εικόνα, όπου το Ισραήλ και η Τουρκία βρίσκονται όλο και περισσότερο σε πορεία σύγκρουσης σχετικά με ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων στρατηγικού ενδιαφέροντος στην περιοχή. Πέρα από τον τομέα του νομικού πολέμου, τα εν λόγω πεδία περιλαμβάνουν: τη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο, την Ιερουσαλήμ και τη Δυτική Όχθη, καθώς και την Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής.
Σε όλα αυτά τα σημεία τριβής, το Ισραήλ και η Τουρκία έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα και φιλοδοξίες. Η δυναμική που διαμορφώνεται είναι παιγνίου μηδενικού αθροίσματος. Οι εκτεταμένες περιφερειακές φιλοδοξίες της Τουρκίας μπορούν να υλοποιηθούν μόνο εις βάρος του Ισραήλ, δεδομένων των θρησκευτικών και ιδεολογικών θεμελίων της τουρκικής στάσης.
Ο Ερντογάν και το κόμμα του αξιοποιούν τις εξουσίες που έχουν στη διάθεσή τους
Αυτό ήταν κάτι που διαφαινόταν εδώ και καιρό. Αναλυτές με διορατικότητα για τη Μέση Ανατολή, όπως ο συνάδελφός μου —ο αείμνηστος Barry Rubin, είχαν επισημάνει την επερχόμενη σύγκρουση Ισραήλ-Τουρκίας ήδη από το 2004, λίγο αφότου το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν ανέλαβε την εξουσία.
Ο Rubin έκανε κάτι που οι δυτικοί παρατηρητές της Μέσης Ανατολής δεν συνηθίζουν να κάνουν αρκετά συχνά: άκουγε προσεκτικά τις δηλώσεις του Ερντογάν, του Αχμέτ Νταβούτογλου και άλλων ηγετών του AKP, διάβαζε τα κείμενά τους και προέβλεπε τη μελλοντική τους συμπεριφορά.
Τότε, η επικρατούσα άποψη ήταν ότι το AKP και ο Ερντογάν θα μετρίαζαν τη στάση τους λόγω της κυβερνητικής εμπειρίας ή ότι θα περιορίζονταν αναγκαστικά από τα «αντικειμενικά» στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας. Τα γεγονότα που ακολούθησαν απέδειξαν ότι κανένας από τους δύο αυτούς περιορισμούς δεν ίσχυσε.
Αντιθέτως, ο Ερντογάν και το κόμμα του αξιοποιούν τις εξουσίες που διαθέτουν για να προωθήσουν μια περιφερειακή στρατηγική, η οποία συνδυάζει αρμονικά τον νεο-οθωμανικό εθνικισμό με μια κοσμοθεωρία που πηγάζει από το σουνιτικό πολιτικό Ισλάμ.
Όσον αφορά τα συγκεκριμένα πεδία έντασης, η Συρία είναι αναμφίβολα το πιο ασταθές και «εύφλεκτο» σημείο. Η Τουρκία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην άνοδο του σουνιτικού ισλαμιστικού καθεστώτος που βρίσκεται σήμερα στην εξουσία στη Δαμασκό.
Η Άγκυρα εργάζεται εντατικά για την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων του νέου καθεστώτος. Το Ισραήλ τρέφει έντονες επιφυλάξεις σχετικά με τις μακροπρόθεσμες προθέσεις αυτής της αναδυόμενης νέας δύναμης. Συγκεκριμένα, το Ισραήλ ανησυχεί για το ενδεχόμενο η τουρκική συνδρομή στην ανασυγκρότηση της συριακής αεράμυνας να επηρεάσει την ανάγκη του να διατηρεί ελευθερία δράσης στον εναέριο χώρο της Συρίας, προκειμένου να ενεργεί κατά του Ιράν.
Η ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στη συριακή αεροπορική βάση Αμπού Ντουχούρ, στις 18 Αυγούστου, κατέδειξε την αποφασιστικότητα της Ιερουσαλήμ να επιβάλει τις «κόκκινες γραμμές» της στο συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών και πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών, Χακάν Φιντάν, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στη Δαμασκό νωρίτερα αυτόν τον μήνα, χαρακτήρισε το Ισραήλ ως τη «μεγαλύτερη δυνητική απειλή για τη σταθερότητα της Συρίας» και ανακοίνωσε ότι ο Ερντογάν θα επισκεφθεί τη Δαμασκό «στο άμεσο μέλλον».
Η συριακή κυριαρχία παραμένει περιορισμένη. Τόσο το Ισραήλ όσο και η Τουρκία κατέχουν de facto τμήματα της χώρας, έχοντας διαμετρικά αντίθετες επιδιώξεις για το μέλλον της.
Η συμφωνία αγνοεί τη θαλάσσια δικαιοδοσία και τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νησιών.
Σε ένα άλλο μέτωπο, η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί επίσης πεδίο άμεσης σύγκρουσης των φιλοδοξιών του Ισραήλ και της Τουρκίας. Η Τουρκία, μέσω συμφωνίας για τα θαλάσσια σύνορα που συνήψε με τη Λιβύη το 2019, κήρυξε Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) που εκτείνεται από τη νοτιοδυτική Τουρκία έως τη βορειοανατολική Λιβύη.
Η συμφωνία αυτή αγνοεί τη θαλάσσια δικαιοδοσία και τα δικαιώματα επί της υφαλοκρηπίδας των ελληνικών νησιών, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης και της Ρόδου. Παράλληλα, έρχεται σε άμεση αντίθεση με τις προθέσεις του Ισραήλ και της Ελλάδας όσον αφορά την αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην περιοχή, καθώς και με τα σχέδιά τους για την πόντιση καλωδίου μεταφοράς ενέργειας που θα συνδέει τα ηλεκτρικά δίκτυα του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ελλάδας.
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε στις 24 Σεπτεμβρίου, το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας δήλωσε ρητά ότι «παρακολουθεί στενά τις στρατιωτικές εξελίξεις στο νησί της Κύπρου» και ότι η πόντιση καλωδίου στην «υφαλοκρηπίδα μας πρέπει να συντονίζεται εκ των προτέρων με τη χώρα μας… μη εγκεκριμένες δραστηριότητες… δεν επιτρέπονται».
Όσον αφορά τη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ: Το Ισραήλ γνωρίζει επίσης ότι η Τουρκία διατηρεί ενεργό γραφείο της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη. Το εν λόγω γραφείο έχει ιστορικό άμεσης επιχειρησιακής δράσης —συμπεριλαμβανομένων βίαιων επιθέσεων— στη Δυτική Όχθη. Προβληματισμό προκαλούν επίσης οι δραστηριότητες της Τουρκικής Υπηρεσίας Συνεργασίας και Συντονισμού (TIKA) στη Δυτική Όχθη και την Ιερουσαλήμ.
Οι ισραηλινές υπηρεσίες πληροφοριών επισημαίνουν ότι η TIKA χρηματοδοτεί και στηρίζει θρησκευτικά και κοινωνικά ιδρύματα που συνδέονται στενά με τη Χαμάς και τα δίκτυα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Δυτική Όχθη. Παράλληλα με τις τουρκικές προσπάθειες διαδραμάτισης ρόλου στη Γάζα και τον Λίβανο, το Ισραήλ αντιλαμβάνεται όλες αυτές τις κινήσεις ως μέρος μιας τουρκικής προσπάθειας οικοδόμησης επιρροής και μοχλών πίεσης σε περιοχές που επηρεάζουν άμεσα το Ισραήλ.
Στον στρατηγικής σημασίας θαλάσσιο διάδρομο της Ερυθράς Θάλασσας και του Κέρατος της Αφρικής, ο ισραηλινο-τουρκικός ανταγωνισμός αντικατοπτρίζεται στις συμμαχίες με αντίπαλες τοπικές δυνάμεις. Το Ισραήλ αναγνώρισε τη Σομαλιλάνδη ως ανεξάρτητο κράτος τον Δεκέμβριο του 2025 – αποτελώντας το πρώτο κράτος-μέλος του ΟΗΕ που προέβη σε μια τέτοια κίνηση.
Το Ισραήλ σχεδιάζει την κατασκευή στρατιωτικής βάσης στο έδαφος της Σομαλιλάνδης, με στόχο την παρακολούθηση και την αντιμετώπιση της δράσης των Χούθι στην απέναντι πλευρά του στενού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία αντιτίθεται σθεναρά στην ανεξαρτησία της Σομαλιλάνδης και διατηρεί μεγάλη βάση εκπαίδευσης στο Μογκαντίσου, την πρωτεύουσα της Σομαλίας.
Η Άγκυρα έχει επίσης υπογράψει συμφωνίες για την εξερεύνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου στα ανοικτά των ακτών της Σομαλίας, δημιουργώντας μια επιπλέον πιθανή εστία έντασης.
Η εξέταση όλων των σχετικών πληροφοριών, σε συνδυασμό με τους δηλωμένους στόχους και τις φιλοδοξίες της τουρκικής κυβέρνησης, καταδεικνύει ότι η αντιπαράθεση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας στην περιοχή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές πραγματικότητες της Μέσης Ανατολής που διαμορφώνεται.
Το τελικό αποτέλεσμα των δραματικών γεγονότων της τελευταίας τριετίας φαίνεται να είναι η αποδυνάμωση (αν και όχι η κατάρρευση) της περιφερειακής συμμαχίας υπό την ηγεσία του Ιράν, καθώς και η αυξανόμενη πεποίθηση μεταξύ όλων των περιφερειακών δρώντων ότι οτιδήποτε θυμίζει «Pax Americana» στην περιοχή έχει ουσιαστικά πάψει να υφίσταται.
Στο μεταβληθέν περιβάλλον ισχύος που προκύπτει από αυτές τις εξελίξεις, ισχυροί τοπικοί δρώντες επιδιώκουν να διευρύνουν την επιρροή τους. Η Τουρκία εργαλειοποιεί τις δυνάμεις του σουνιτικού πολιτικού Ισλάμ με τρόπο που, σε ορισμένες πτυχές, θυμίζει τις πρακτικές του Ιράν. Η αντίθεση προς το Ισραήλ αποτελεί εγγενές και αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της στρατηγικής. Περαιτέρω και εντεινόμενες τριβές φαντάζουν αναπόφευκτες. Αναμένουμε τις εξελίξεις.
*Ο Jonathan Spyer είναι αρχισυντάκτης του περιοδικού *Middle East Quarterly*. Ο κ. Spyer, δημοσιογράφος στο επάγγελμα, καλύπτει ειδήσεις για το *Janes Intelligence Review*, αρθρογραφεί στην *Jerusalem Post* και συνεργάζεται με τη *Wall Street Journal* και την *The Australian*. Πραγματοποιεί συχνά ρεπορτάζ από τη Συρία και το Ιράκ. Είναι κάτοχος πτυχίου (B.A.) και διδακτορικού (Ph.D.) από το London School of Economics, καθώς και μεταπτυχιακού τίτλου (M.A.) από τη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών (SOAS) του Λονδίνου. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων: *The Transforming Fire: The Rise of the Israel-Islamist Conflict* (2010) και *Days of the Fall: A Reporter’s Journey in the Syria and Iraq Wars* (2017).


by