Γράφει: Ο Μιχάλης Χαιρετάκης
Εάν σπέρνεις ανέμους, θερίζεις θύελλες
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που το προστατευτικό τζάμι ραγίζει. Όχι επειδή άλλαξε ξαφνικά η κοινωνία, ούτε επειδή ξύπνησαν ένα πρωί χιλιάδες άνθρωποι με μια ανεξήγητη διάθεση να μισήσουν κάποιον. Ραγίζει επειδή, για λίγα λεπτά, ο πολιτικός βλέπει τον εαυτό του χωρίς το φίλτρο του γραφείου του, χωρίς τους συμβούλους, χωρίς τους δημοσιογράφους που ξέρουν πώς να διατυπώσουν την ερώτηση, χωρίς τις κομματικές αίθουσες όπου όλοι χειροκροτούν την κατάλληλη στιγμή. Και τότε μπορεί να πάθει σοκ. Γιατί άλλο πράγμα είναι η εικόνα που σου επιστρέφει ο καθρέφτης της εξουσίας και άλλο εκείνη που σου πετάει κατάμουτρα ο δρόμος.
Η φράση «γιατί τον Μαζωνάκη και όχι τον Άδωνι» είναι εντελώς αισχρή. Δεν χρειάζεται να ψάξουμε καμία βαθύτερη φιλοσοφία πίσω από μια ευχή θανάτου. Είναι χυδαία καφρίλα και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στη φράση. Βρίσκεται στην αντίδραση που συγκέντρωσε.
Όταν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι πατούν like σε κάτι τόσο ακραίο, δεν έχεις μπροστά σου δημοσκόπηση, ούτε αντιπροσωπευτικό δείγμα της ελληνικής κοινωνίας. Έχεις όμως ένα κοινωνικό σύμπτωμα. Και όποιος είναι πραγματικά σοβαρός δεν πετάει το σύμπτωμα στα σκουπίδια επειδή δεν του αρέσει η διάγνωση που ίσως προμηνύει. Πολύ απλά αν δεις ότι έχεις πυρετό και δεν το έχεις καταλάβει δεν πετάς το θερμόμετρο που μέτρησε τη θερμοκρασία.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αυταπάτη της εξουσίας. Όσο περισσότερο μένει κάποιος μέσα της, τόσο ευκολότερα πιστεύει ότι το περιβάλλον γύρω του είναι η πραγματικότητα. Οι συνεργάτες γελούν με τα αστεία του, οι κομματικοί τον αποθεώνουν, οι γνωστοί τον χτυπούν φιλικά στην πλάτη, οι τηλεοπτικές εμφανίσεις γίνονται σε ένα πλαίσιο που γνωρίζει, οι δημοσκοπήσεις μετατρέπονται σε τίτλους και ποσοστά και οι δημόσιες σχέσεις κάνουν αυτό για το οποίο πληρώνονται: λειαίνουν τις γωνίες. Κάπως έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να αρχίσει να πιστεύει ότι είναι αγαπητός πολύ περισσότερο απ’ όσο πραγματικά είναι. Όχι επειδή είναι ηλίθιος, αλλά επειδή η εξουσία έχει την κακή συνήθεια να αποστειρώνει τον αέρα γύρω από εκείνον που την κατέχει.
Και ύστερα έρχεται ένα τέτοιο περιστατικό και ανοίγει απότομα η πόρτα. Μπαίνει μέσα ο αέρας του έξω κόσμου, με όλη τη βρομιά του, τις υπερβολές του, την οργή του, την αδικία του και, ναι, μερικές φορές με τη χυδαιότητά του. Τότε ο πολιτικός ανακαλύπτει ότι η δημόσια εικόνα του δεν αποτελείται μόνο από ποσοστά δημοφιλίας, τηλεοπτικά λεπτά και φωτογραφίες με χαμογελαστά πρόσωπα. Αποτελείται και από συναισθήματα που έχουν συσσωρευτεί επί χρόνια. Αντιπάθεια, θυμό, περιφρόνηση, αγανάκτηση. Κανένα από αυτά δεν γεννήθηκε χθες.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν μπήκε στη δημόσια ζωή την περασμένη Τρίτη. Έχει διανύσει δεκαετίες σε τηλεοπτικά στούντιο, πολιτικές αντιπαραθέσεις και κυβερνητικές θέσεις. Έχει επιλέξει συνειδητά έναν τρόπο δημόσιας παρουσίας έντονο, συγκρουσιακό, πολλές φορές επιθετικό και βαθιά πολωτικό. Αυτό του έδωσε προβολή, πολιτική ισχύ και ένα πιστό κοινό. Του δημιούργησε όμως, αναπόφευκτα, και ένα τεράστιο αντίπαλο κοινό. Δεν γίνεται να απολαμβάνεις για χρόνια τα πολιτικά οφέλη της πόλωσης και όταν η πόλωση επιστρέφει από την απέναντι πλευρά να κοιτάζεις την κοινωνία απορημένος, σαν να μην έχεις καμία σχέση με το πράγμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι «του αξίζει» να του εύχονται τον θάνατο. Όποιος βγάζει αυτό το συμπέρασμα είτε δεν κατάλαβε είτε δεν θέλει να καταλάβει. Σημαίνει κάτι πολύ διαφορετικό: ότι η δημόσια συμπεριφορά έχει συνέπειες. Αν χρησιμοποιείς επί χρόνια τη σύγκρουση ως πολιτικό καύσιμο, δεν μπορείς να απαιτείς από την άλλη πλευρά να αναπνέει λεβάντα. Αν υψώνεις συνεχώς τους τόνους, αν περιγράφεις αντιπάλους και πολίτες με περιφρόνηση, αν μετατρέπεις την πολιτική σε καθημερινό τηλεοπτικό ξύλο, κάποια στιγμή δεν θα παίρνεις πίσω μόνο χειροκρότημα. Θα πάρεις και το κατακάθι που δημιουργεί αυτή η ίδια κουλτούρα.
Κι εδώ υπάρχει κάτι που η πολιτική τάξη συστηματικά αρνείται να καταλάβει. Δεν μπορείς να κατηγορείς διαρκώς την κοινωνία για την τοξικότητα του δημόσιου λόγου λες και οι πολίτες μεγάλωσαν μόνοι τους σε κάποιο εργαστήριο μίσους. Ποιος έφτιαξε αυτόν τον δημόσιο λόγο; Ποιοι κυριαρχούσαν επί δεκαετίες στα πάνελ; Ποιοι έμαθαν στον κόσμο ότι η πολιτική αντιπαράθεση είναι ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό, όπου ο αντίπαλος δεν είναι άνθρωπος που διαφωνεί αλλά εχθρός που πρέπει να εξευτελιστεί; Η κοινωνία ασφαλώς έχει τη δική της ευθύνη. Αλλά οι πολιτικοί δεν είναι τουρίστες μέσα στην κοινωνία. Είναι από τους βασικούς αρχιτέκτονες του κλίματος που μετά καταγγέλλουν.Να θυμίσω τα χυδαία συνθήματα των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων εδω και δεκαετίες;
Τα social media, βέβαια, δεν είναι κάποιο αδιάβλητο δημοψήφισμα. Οι αλγόριθμοι διογκώνουν την οργή, συγκεντρώνουν ανθρώπους με παρόμοιες απόψεις, ανταμείβουν την υπερβολή και συχνά κάνουν τον πιο χυδαίο να φαίνεται και ο πιο δημοφιλής. Αυτό πρέπει να το θυμόμαστε. Αλλά είναι επίσης γελοίο να δεχόμαστε τα social media ως «φωνή του λαού» όταν χειροκροτούν εμάς και να τα ανακαλύπτουμε ξαφνικά ως τοξικό βόθρο όταν μας βρίζουν. Ή έχουν κάποια αξία ως δείκτης κοινωνικού συναισθήματος ή δεν έχουν. Δεν γίνεται να αλλάζουμε μεθοδολογία ανάλογα με το αν το αποτέλεσμα μάς χαϊδεύει ή μας γδέρνει.
Η πιο χρήσιμη ερώτηση λοιπόν δεν είναι «πώς καταντήσαμε έτσι;». Αυτή είναι πολύ εύκολη, γιατί αφήνει εκείνον που την κάνει εκτός κάδρου. Η δύσκολη ερώτηση είναι «τι έχω κάνει εγώ ώστε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι ανθρώπων να αισθάνεται τέτοια απέχθεια για μένα;». Αυτή απαιτεί αυτοκριτική, και η αυτοκριτική είναι σπάνιο είδος στη χώρα μας, ιδίως όταν κάποιος βρίσκεται πολλά χρόνια κοντά στην εξουσία. Είναι πολύ πιο βολικό να βαφτίσεις τους άλλους «τοξικούς» και να τελειώσεις εκεί. Δεν χρειάζεται τότε να ξαναδείς ούτε τις λέξεις σου, ούτε το ύφος σου, ούτε τον τρόπο με τον οποίο άσκησες εξουσία.
Η πολιτική, όμως, έχει μνήμη ακόμη κι όταν οι πολιτικοί προσποιούνται πως δεν έχει. Οι άνθρωποι θυμούνται τι άκουσαν, πώς τους μίλησαν, πότε τους ειρωνεύτηκαν, πότε ένιωσαν ότι τους αντιμετώπισαν σαν ηλίθιους, πότε τους είπαν ότι όλα πάνε περίφημα ενώ εκείνοι έβλεπαν τη δική τους πραγματικότητα να διαλύεται. Μπορεί να μη θυμούνται ημερομηνίες, αριθμούς και δελτία Τύπου. Θυμούνται όμως το συναίσθημα. Και στην πολιτική το συναίσθημα είναι συχνά πολύ πιο ανθεκτικό από τα στοιχεία μιας παρουσίασης PowerPoint.
Αυτό είναι τελικά το δύσκολο μάθημα. Μπορείς να φτιάξεις το επικοινωνιακό περιβάλλον σου. Μπορείς να επιλέξεις συνεργάτες, να οργανώσεις εμφανίσεις, να μετρήσεις ποσοστά, να παρουσιάσεις έρευνες, να ερμηνεύσεις δείκτες, να βάλεις το καλύτερο δυνατό φως πάνω στην εικόνα σου. Αυτό που δεν μπορείς να κάνεις για πάντα είναι να αποστειρώσεις την κοινωνία. Κάποια στιγμή η πραγματική αντίδραση θα περάσει κάτω από την πόρτα, από ένα σχόλιο, από ένα βίντεο, από ένα πλήθος, από μια κάλπη. Και τότε το σοκ είναι μεγάλο μόνο για εκείνον που είχε πειστεί ότι το προστατευμένο δωμάτιο στο οποίο ζούσε ήταν ολόκληρη η χώρα.
Γι’ αυτό η παλιά φράση αντέχει περισσότερο από όλους τους επικοινωνιολόγους μαζί: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες. Δεν σημαίνει ότι η θύελλα είναι δίκαιη, πολιτισμένη ή όμορφη. Οι θύελλες συνήθως δεν είναι τίποτε από αυτά. Σημαίνει ότι πριν αρχίσεις να καταριέσαι τον καιρό, καλό είναι να θυμηθείς τι έσπερνες τόσα χρόνια στο χωράφι.
ΥΓ. Ο κος Γεωργιάδης για λίγο μου έγινε πολύ συμπαθής γιατί μου θύμισε την αθωότητα της απορίας του παιδιού που καίγεται απο την αναμμένη εστία της κουζίνας και δεν καταλαβαίνει γιατί.


by