Πηγή: https://www.aei.org
Γράφει: Ο Δρ. Michael Rubin*
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θεωρούσε εδώ και καιρό τα ευρωπαϊκά κράτη «τζαμπατζήδες» στην άμυνα και τη διπλωματία. Δεν είχε άδικο. Η Ευρώπη κρύβει επιμελώς την πολιτική της αναποφασιστικότητα και την στρατιωτική της αδυναμία.
Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες της πρώτης του θητείας ήταν η ονομαστική στοχοποίηση και η πίεση προς τις χώρες να τηρήσουν τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις τους στο ΝΑΤΟ.
Στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη —με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Δανία— απέφευγαν τη μάχη αλλά απαιτούσαν ίση διπλωματική επιρροή. Η Γερμανία υπήρξε ιστορικά η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, επιδιώκοντας να επωφεληθεί τόσο από τη Ρωσία όσο και από το Ιράν, υπονομεύοντας την αλληλεγγύη των ΗΠΑ και της υπόλοιπης Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παραδοσιακή απροθυμία για στρατιωτική εμπλοκή, συχνά ντυμένη με ρητορική περί διεθνούς δικαίου, αφοσίωσης στη διπλωματία ή σεβασμού προς τον ΟΗΕ, κρύβει ένα βρώμικο μυστικό: τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν να πολεμήσουν. Διαπρέπουν στο στρατιωτικό δίκαιο αλλά όχι στον ελιγμό μάχης. Ενώ κάποτε οι ευρωπαϊκοί στόλοι κυριαρχούσαν στις θάλασσες, μόνο η Γαλλία διαθέτει σήμερα αξιόμαχο ναυτικό ανοικτής θαλάσσης.
Ακόμη και όταν το Βρετανικό Ναυτικό καταφέρνει να βγάλει τα αεροπλανοφόρα του στη θάλασσα, δεν διαθέτει αρκετά αεροσκάφη για να τα συνοδεύσει.
Οι Νορβηγοί μπορούν να κάνουν σκι και οι Εσθονοί πρωτοστατούν στην κυβερνοάμυνα, αλλά οι μόνες ευρωπαϊκές χώρες με σημαντικό και ικανό πεζικό είναι η Πολωνία και η Ουκρανία.
Οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες είναι επίσης αλαζόνες. Θεωρούν ότι εκπροσωπούν τη «σωστή πλευρά της ιστορίας». Συγκαλύπτουν τον εμπορικό τους κυνισμό και ντύνουν τις πολιτικές τους με τη γλώσσα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Το Βερολίνο, για παράδειγμα, δεν έχει δει ποτέ αναθεωρητικό κράτος που να μην μπορεί να κατευνάσει ή χορηγό τρομοκρατίας με τον οποίο να μην μπορεί να κάνει δουλειές.Ενώ οι Ολλανδοί κάνουν κήρυγμα στους Αμερικανούς για το διεθνές δίκαιο και υπερηφανεύονται ότι φιλοξενούν το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ήταν η Ολλανδία —και όχι οι ΗΠΑ— που παρείχε τα χημικά στον Ιρακινό πρόεδρο Σαντάμ Χουσεΐν για χρήση κατά των Κούρδων.
Ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ καταγγέλλει τις ΗΠΑ και τον πόλεμο Ισραήλ–Ιράν, αλλά ταυτόχρονα πουλά αθόρυβα διπλής χρήσης στρατιωτικό εξοπλισμό στην Τεχεράνη, ο οποίος κατέστησε δυνατές τις αδιάκριτες επιθέσεις του Ιράν εναντίον αμάχων.
Ενώ η υποκρισία διαβρώνει τη διπλωματία της Ευρώπης, το ευρύτερο πρόβλημα είναι η ευρωπαϊκή ανικανότητα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική αδυναμία, αλλά και η διπλωματική και πολιτική αναποτελεσματικότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η άρνηση της ΕΕ να αντιμετωπίσει ουσιαστικά την εξηκονταετή κατοχή της κυρίαρχης Κύπρου από την Τουρκία — μιας χώρας που αποτελεί έδαφος της ΕΕ. Κάθε μέρα που οι Κύπριοι αναγκάζονται να βλέπουν τη γιγαντιαία τουρκική σημαία κατοχής στον Πενταδάκτυλο είναι μια μέρα που κάθε Ευρωπαίος θα έπρεπε να νιώθει ταπεινωμένος.
Η Τουρκία κατέλαβε την Κύπρο το 1974 όχι για να προστατεύσει τη μουσουλμανική μειονότητα, αλλά ως απροκάλυπτη αρπαγή εδάφους. Η μεγάλη εισβολή έγινε αφού έπεσε η ελληνική χούντα και ενώ Τουρκία και Ελλάδα βρίσκονταν σε ειρηνευτικές συνομιλίες.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ελπίζει ότι ο χρόνος θα ξεπλύνει τα τουρκικά εγκλήματα, και οι Ευρωπαίοι διπλωμάτες επιβεβαιώνουν αυτή τη στρατηγική. Σίγουρα, το Κυπριακό είναι δύσκολο, αλλά η αποφυγή του δείχνει απλώς ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν είναι αντάξια της πρόκλησης και είναι πάντα πρόθυμα να θυσιάσουν την αρχή για χάρη της ευκολίας.
Αν η Ευρώπη ήταν σοβαρή, δεν θα έπρεπε να εκδίδεται ούτε μία βίζα σε Τούρκο, ούτε πτήση της Turkish Airlines να υπερίπταται —πόσο μάλλον να προσγειώνεται— στην Ευρώπη. Θα έπρεπε να επιβληθούν κυρώσεις σε κάθε μέλος των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Η Βρυξέλες θα απαντούσε στις τουρκικές απειλές περί «απελευθέρωσης προσφύγων» με απειλές επιστροφής κάθε Τούρκου μετανάστη και διακοπής των εμβασμάτων που στηρίζουν την τουρκική οικονομία.
Ο Τραμπ έχει δίκιο να μην παίρνει στα σοβαρά τους Ευρωπαίους αξιωματούχους. Καθώς οι Ευρωπαίοι επιτρέπουν αυτή την κατοχή να συνεχίζεται, είναι σαφές ότι ούτε οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους.
*Ο Δρ. Michael Rubin έχει διδακτορικό και μεταπτυχιακό στην ιστορία από το Πανεπιστήμιο Yale, όπου απέκτησε επίσης πτυχίο στη βιολογία.
Ανώτερος συνεργάτης στο American Enterprise Institute, όπου ειδικεύεται στο Ιράν, την Τουρκία και την ευρύτερη Μέση Ανατολή.
Είναι συγγραφέας και συν-επιμελητής αρκετών βιβλίων που διερευνούν τη διπλωματία, την ιρανική ιστορία, τον αραβικό πολιτισμό.

