Γράφει: Ο Κωνσταντίνος Μιχανετζής
30 χρόνια από την κρίση των Ιμίων και μετά από κάθε συζήτηση για τα Ίμια, η ερώτηση τελικά που όλοι σχεδόν μου κάνουν είναι:
«Τελικά, τι έπρεπε να είχαμε κάνει;»
Η ερώτηση μοιάζει απλή, αλλά δεν είναι. Και δεν είναι επειδή δεν υπάρχουν δεδομένα, αλλά επειδή προϋποθέτει κάτι που σπάνια λέγεται ανοιχτά: ότι η απάντηση εξαρτάται από το αξιακό σύστημα του καθενός και από το πόσο έτοιμος είναι να αποδεχθεί κόστος. Δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση που να ικανοποιεί όλους, αν πρώτα δεν ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει στην πράξη «το καλύτερο για το έθνος» που θεωρώ ότι είναι ο κοινός παρονομαστής όλων μας.
Όταν μιλάμε για «το καλύτερο για το έθνος», δεν μιλάμε για το ευχάριστο, ούτε για το ανέξοδο. Μιλάμε για εκείνη την επιλογή που, σε βάθος χρόνου, διασφαλίζει την κυριαρχία, τη συνοχή και την ικανότητα του κράτους να λειτουργεί χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς. Το «καλύτερο» δεν ταυτίζεται πάντα με την άμεση αποφυγή της σύγκρουσης, όταν αυτή η αποφυγή δημιουργεί μεγαλύτερους και μόνιμους κινδύνους στο μέλλον.
Με αυτή την έννοια, το «καλύτερο για το έθνος» δεν κρίνεται μόνο από το τι αποφεύγεις σήμερα, αλλά από το τι επιτρέπεις να αμφισβητηθεί αύριο. Από το αν διατηρείς την πρωτοβουλία των κινήσεων ή αν αποδέχεσαι, έστω σιωπηρά, τη σταδιακή μετατόπιση των ορίων σου.
Συνήθως η συζήτηση χωρίζεται σε δύο παρατάξεις. Από τη μία, όσοι δίνουν έμφαση στην τόλμη και θεωρούν αποδεκτή τη σύγκρουση αν αυτό απαιτεί η υπεράσπιση της κυριαρχίας. Από την άλλη, όσοι θεωρούν υπέρτατη αξία τις μηδενικές απώλειες και άρα την αποφυγή του πολέμου. Η διάκριση, όμως, δεν είναι ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς της ειρήνης. Όλοι θέλουν την ειρήνη. Η διαφορά είναι ότι τη βλέπουν ως κατάληξη από διαφορετικό μονοπάτι.
Μετά από τριάντα χρόνια και αμέτρητες συζητήσεις, έχω καταλήξει ότι το πραγματικό δίλημμα δεν ήταν αν «έπρεπε να πολεμήσουμε», αλλά ποιο ήταν το διακύβευμα και πόσα ήμασταν διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για να τα υπερασπιστούμε.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το διακύβευμα είναι ξεκάθαρο. Αν υπάρξει εισβολή σε κατοικημένο ελληνικό έδαφος, η απάντηση είναι προφανής. Αν όμως η επίθεση αφορά μια βραχονησίδα, τότε αρχίζει το παζάρι. «Έχουμε χιλιάδες βραχονησίδες, ας πάρουν 2–3». Και μετά; Αν πάρουν άλλες 20; 100; Όλες; Αν μαζί με αυτές υπάρχει υποθαλάσσιος πλούτος, δηλαδή η κληρονομιά των επόμενων γενεών;
Κάπου εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι που συχνά αποφεύγεται: η αμφισβήτηση δεν σταματά από μόνη της. Ο επιτιθέμενος σπάνια αρκείται σε ένα μικρό κέρδος, αν διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει κόστος. Αν σε βρει ανίσχυρο ή απρόθυμο, θα προσπαθήσει να πάρει όσο περισσότερα μπορεί, ώστε να διαπραγματευτεί από θέση ισχύος.
Το 1996 τελικά δεν έγινε πόλεμος. Όμως το αποτέλεσμα δεν ήταν ουδετερότητα ούτε επιστροφή στην προτέρα κατάσταση. Από τότε η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια μόνιμη, συστηματική αμφισβήτηση κυριαρχίας σε εκατοντάδες νησίδες. Όχι επειδή το αποδεχθήκαμε ρητά, αλλά επειδή εκείνη τη νύχτα δεν το απορρίψαμε εμπράκτως. Όπως και στην Κύπρο, έτσι και εδώ, ο χρόνος λειτούργησε υπέρ αυτού που δημιούργησε το τετελεσμένο.
Και εδώ φτάνουμε στο πιο άβολο σημείο της συζήτησης.
Τη νύχτα των Ιμίων, υπήρχε σαφής επιχειρησιακή υπεροχή στο πεδίο. Τα δεδομένα έδειχναν ότι, με πολύ μεγάλη πιθανότητα, το μεγαλύτερο μέρος του τουρκικού στόλου θα καταστρεφόταν.
Θα υπήρχαν απώλειες και από τη δική μας πλευρά; Πιθανότατα ναι. Και ακριβώς εδώ αποκαλύπτεται το πραγματικό μας όριο: θέλουμε ασφάλεια και κυριαρχία μόνο όταν είναι εγγυημένες χωρίς κόστος. Διαφορετικά, είμαστε πρόθυμοι να τις συζητήσουμε.
Αυτό, όμως, δεν είναι στρατηγική. Είναι αναβολή. Είναι το γνωστό «κλωτσάμε το τενεκεδάκι πιο κάτω», μεταφέροντας το πρόβλημα σε επόμενες γενιές, οι οποίες θα κληθούν να το αντιμετωπίσουν υπό χειρότερες συνθήκες και με λιγότερες επιλογές.
Η στάση αυτή μοιάζει με τον γονέα που αποφεύγει να βάλει όρια στο παιδί του, όχι επειδή δεν καταλαβαίνει τι πρέπει να κάνει, αλλά επειδή φοβάται ότι η τιμωρία θα χαλάσει τη σχέση τους. Φοβάται τη σύγκρουση, τον θυμό, την προσωρινή απομάκρυνση. Έτσι επιλέγει τη βραχυπρόθεσμη ηρεμία αντί για τη μακροπρόθεσμη διαπαιδαγώγηση.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν προστατεύει το παιδί. Το βλάπτει. Γιατί το παιδί μαθαίνει ότι τα όρια είναι διαπραγματεύσιμα, ότι οι κανόνες ισχύουν μόνο στα λόγια και ότι οι παραβιάσεις δεν έχουν συνέπειες. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια καλύτερη σχέση, αλλά ένα παιδί που επιστρέφει αργότερα πιο απαιτητικό, πιο ανυπόμονο και τελικά πιο επιθετικό, έχοντας μάθει ότι τα όρια μπορούν πάντα να πιεστούν χωρίς πραγματικό κόστος.
Το ίδιο ισχύει και για τα κράτη. Όταν αποφεύγεις συστηματικά να υπερασπιστείς τα όριά σου επειδή φοβάσαι το κόστος της σύγκρουσης, δεν διασφαλίζεις την ειρήνη. Απλώς αναβάλλεις την σύγκρουση που πιθανότητα θα επιστρέψει αργότερα με μεγαλύτερο τίμημα.
Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι μία και δεν μπορεί να δοθεί εξ ονόματος όλων. Βρίσκεται στον καθένα ξεχωριστά και μπορεί να προκύψει μέσα από μια απλή, αλλά απαιτητική άσκηση σκέψης: αν σήμερα βρεθούμε στην ίδια κατάσταση, τι πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνουμε;
Ο καθένας οφείλει να τοποθετηθεί. Αλλά για να το κάνει υπεύθυνα, χρειάζεται γνώση. Και το πρώτο βήμα δεν είναι το σύνθημα ή το συναίσθημα, αλλά η κατανόηση των συνεπειών, τόσο των πράξεων όσο και των μη πράξεων. Γιατί και η αδράνεια είναι επιλογή. Και έχει κόστος.

