Γράφει: Ο Μιχάλης Χαιρετάκης
Πώς οι εισφορές των Ελλήνων έγιναν φθηνό κρατικό καύσιμο (μεγάλη αφαίμαξη), ομόλογα, PSI, repos, και πώς στο τέλος μας είπαν ότι φταίνε οι συνταξιούχοι.
Υπάρχει ένα ψέμα που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε στο τέλος ακούγεται σαν λογική.
«Το κράτος πληρώνει τις συντάξεις».
Όχι. Το κράτος δεν πληρώνει από κάποια μαγική τσέπη. Δεν έχει δικά του λεφτά. Παίρνει από τον εργαζόμενο και από τον εργοδότη ως ασφαλιστική εισφορά. Από τον πολίτη ως φόρο.
Από τον καταναλωτή ως ΦΠΑ. Από το μέλλον ως δανεισμό. Και ύστερα επιστρέφει ένα μέρος από αυτά που η ίδια η πολιτεία, με διάφορους τρόπους, χρησιμοποίησε επί δεκαετίες.
Η ιστορία των ασφαλιστικών ταμείων στην Ελλάδα δεν είναι μια απλή ιστορία κακών συνταξιούχων που έζησαν πολύ, ούτε τεμπέληδων που πήραν λεφτά χωρίς να δουλέψουν. Είναι η ιστορία εκατομμυρίων ανθρώπων που πλήρωναν εισφορές και νόμιζαν ότι χτίζουν έναν κουμπαρά. Μόνο που ο κουμπαράς ήταν στο ράφι του κράτους. Και το κράτος είχε πάντα το κλειδί.
Η μεγάλη αφαίμαξη δεν αρχίζει στη Μεταπολίτευση
Η αφαίμαξη δεν αρχίζει στη Μεταπολίτευση. Η Μεταπολίτευση την κληρονόμησε, την εκσυγχρόνισε και την ολοκλήρωσε. Η ρίζα βρίσκεται βαθύτερα.
Το ΝΑΤ, το ταμείο των ναυτικών, είναι από τα παλαιότερα ασφαλιστικά σχήματα της χώρας. Το ΙΚΑ έγινε ο μεγάλος κορμός της μισθωτής ασφάλισης. Ο ΟΓΑ μπήκε αργότερα ως μηχανισμός αγροτικής προστασίας. Δίπλα τους υπήρχαν ταμεία μηχανικών, δικηγόρων, γιατρών, δημοσίων υπαλλήλων, επικουρικά, εφάπαξ, ειδικοί λογαριασμοί, κοινωνικοί πόροι. Άλλοτε πλεονασματικά, άλλοτε ελλειμματικά, άλλοτε φορτωμένα με πραγματική ασφάλιση και άλλοτε με κοινωνική πολιτική που θα έπρεπε να φαίνεται καθαρά στον προϋπολογισμό.
Το 1950 μπήκε η μεγάλη βάση του συστήματος. Με τον αναγκαστικό νόμο 1611/1950, τα διαθέσιμα των ασφαλιστικών ταμείων κατατίθεντο υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, με επιτόκιο που καθόριζε διοικητικά η Νομισματική Επιτροπή.[1] Το επιτόκιο αυτό, όπως καταγράφεται, ήταν για μεγάλα διαστήματα χαμηλότερο και από το επιτόκιο των τραπεζικών καταθέσεων και από τον πληθωρισμό, οδηγώντας σε αρνητική πραγματική απόδοση και σε σταθερή μείωση της πραγματικής αξίας των αποθεματικών.[1]
Με απλά λόγια: ο εργαζόμενος πλήρωνε, το Ταμείο μάζευε, το κράτος κρατούσε, και ο πληθωρισμός έτρωγε. Αυτό δεν λέγεται προστασία αποθεματικών. Λέγεται φθηνός κρατικός δανεισμός με χρήματα ασφαλισμένων.
Ο νόμος αυτός έμεινε σε ισχύ ώς το 1994.[1] Σχεδόν σαράντα πέντε χρόνια, δηλαδή, τα αποθεματικά μιας ολόκληρης κοινωνίας ήταν δεσμευμένα σε έναν λογαριασμό όπου η απόδοση οριζόταν από το ίδιο το κράτος που δανειζόταν. Κατά διάφορες ιστορικές αναφορές μάλιστα, η λογική αυτή κράτησε ακόμη περισσότερο, με αποθεματικά που για μεγάλο διάστημα, ώς και τα μέσα της δεκαετίας του 1980, παρέμεναν σε λογαριασμούς με μηδαμινή ή και μηδενική απόδοση, τροφοδοτώντας φθηνά τις ανάγκες του κράτους και επιλεγμένων μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων της εποχής.[2] Αν αυτό συνέβαινε σε ιδιωτική σχέση, θα το λέγαμε κλοπή και απώλεια περιουσίας. Όταν το κάνει το κράτος, το λέμε αναπτυξιακή πολιτική.
Και κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη ελληνική τέχνη: η μετονομασία. Η απώλεια έγινε ανάπτυξη. Η δέσμευση έγινε ασφάλεια. Ο φθηνός δανεισμός έγινε δημόσιο συμφέρον. Και ο ασφαλισμένος, που έχανε την πραγματική αξία των εισφορών του, έμεινε να ακούει δεκαετίες αργότερα ότι είναι βάρος.
Μετά ήρθε η Μεταπολίτευση. Περισσότερη δημοκρατία, περισσότερες παροχές, περισσότερες ανάγκες, περισσότερες υποσχέσεις. Το ασφαλιστικό όμως δεν έγινε ποτέ καθαρό λογιστικό σύστημα. Έγινε πολιτικό εργαλείο.
Ο ΟΓΑ δεν ήταν απλώς ένα ταμείο εισφορών. Ήταν και μηχανισμός αγροτικής πολιτικής. Οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, οι ομογενείς, οι παλιννοστούντες, άνθρωποι που συχνά είχαν πραγματική ανάγκη προστασίας, μπήκαν σε σχήματα κοινωνικών παροχών. Ανθρωπίνως σωστό. Λογιστικά όμως επικίνδυνο, όταν δεν ξεχωρίζεις τι είναι ανταποδοτική ασφάλιση και τι είναι πρόνοια.
Το ανθρώπινο δικαίωμα στη στήριξη δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι να το βαφτίζεις ασφαλιστική δαπάνη και μετά να εμφανίζεις το Ταμείο ως προβληματικό. Είναι σαν να φορτώνεις στο ταμείο μιας πολυκατοικίας το κόστος για να ασφαλτοστρώσεις όλη τη γειτονιά και μετά να κατηγορείς τους ενοίκους ότι δεν φτάνουν τα κοινόχρηστα.
Τα πλεονασματικά ταμεία, κυρίως των επιστημόνων και των ισχυρών κλάδων, κλήθηκαν διαχρονικά να στηρίξουν ελλειμματικούς κλάδους, να καλύψουν δαπάνες υγείας και νοσήλια με τιμολόγια που όριζε το κράτος, και να χρηματοδοτήσουν ανάγκες που δεν είχαν σχέση με τη δική τους ανταποδοτική ασφάλιση. Με αυτόν τον τρόπο, όπως έχει υποστηριχθεί, το ασφαλιστικό λειτούργησε και ως άτυπο εργαλείο βιομηχανικής και επιχειρηματικής πολιτικής. Η ανοχή σε οφειλές κρατούσε ανοιχτές επιχειρήσεις, τα αποθεματικά χρηματοδοτούσαν φθηνά το κράτος, και τα ταμεία μετατρέπονταν σε άτυπους δανειστές της αγοράς, χωρίς ποτέ να τους αναγνωριστεί αυτός ο ρόλος.
Μετά ήρθε η αξιοποίηση. Ένα μέρος των αποθεματικών εκτέθηκε σε χρηματιστηριακούς κινδύνους. Ύστερα ήρθαν τα δομημένα ομόλογα. Και εδώ η ιστορία σταματά να είναι αφηρημένη.
Την περίοδο 2005 με 2007, ασφαλιστικά ταμεία αγόρασαν οκτώ δομημένα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, συνολικής αξίας περίπου 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ.[3] Το πιο γνωστό από αυτά εκδόθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2007 από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, ήταν δωδεκαετούς διάρκειας και αξίας 280 εκατομμυρίων ευρώ, με ανάδοχο την αμερικανική JP Morgan.[3]
Το ομόλογο πέρασε από μια αλυσίδα ενδιάμεσων, ένα αμοιβαίο κεφάλαιο, μια γερμανική τράπεζα, μια ελληνική χρηματιστηριακή, και κατέληξε σε τέσσερα επικουρικά ταμεία, ανάμεσά τους το ΤΕΑΔΥ. Μέχρι να φτάσει εκεί, η τιμή του είχε ανέβει αισθητά.[3]
Με αφορμή τον θόρυβο, η Βουλή συγκρότησε εξεταστική επιτροπή και ψηφίστηκε ο νόμος 3586/2007 για το θεσμικό πλαίσιο των επενδύσεων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης.[3] Και ύστερα, όπως συμβαίνει συχνά εδώ, η υπόθεση άρχισε να ξεθωριάζει. Οι πρωτόδικες καταδίκες ανατράπηκαν, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν στο Εφετείο, και το ίδιο το ερώτημα αν τα ταμεία ζημιώθηκαν ή όχι έμεινε δικαστικά μετέωρο.[3] Έμεινε όμως η ουσία. Ο ασφαλισμένος πλήρωνε εισφορές για σύνταξη, και κάπου αλλού κάποιοι συζητούσαν αποδόσεις, προμήθειες, ενδιάμεσους, τιμές αγοράς και τιμές πώλησης, για προϊόντα που εκείνος δεν είχε ποτέ εγκρίνει.
Έπειτα ήρθε το PSI του 2012, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στην αναδιάρθρωση του χρέους. Παρουσιάστηκε ως αναγκαία για τη σωτηρία της χώρας. Και πράγματι, η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση κατάρρευσης. Αλλά μέσα στη σωτηρία κουρεύτηκαν και κρατικά ομόλογα που κατείχαν ασφαλιστικά ταμεία. Δηλαδή αποθεματικά δεκαετιών.
Μελέτες για την κρίση καταγράφουν μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους από 205,6 σε 98,5 δισεκατομμύρια ευρώ, πτώση 52,1%.[4] Το ονομαστικό κούρεμα για τους ιδιώτες κατόχους έφτασε το 53,5%, σε ομόλογα περίπου 197 δισεκατομμυρίων ευρώ.[5] Ειδικά για τα ασφαλιστικά ταμεία, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στο κούρεμα μπήκαν ομόλογα της τάξης των 12 δισεκατομμυρίων ευρώ, με μερική μόνο αποζημίωση γύρω στα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ σε ομόλογα του EFSF.[6] Οι τράπεζες, αντίθετα, ανακεφαλαιοποιήθηκαν με δεκάδες δισεκατομμύρια από τους μηχανισμούς στήριξης.
Το πολιτικό επιχείρημα ήταν ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Το κοινωνικό αποτέλεσμα ήταν ότι Ταμεία που είχαν ήδη υποστεί δεκαετίες χαμηλών αποδόσεων είδαν μέρος της περιουσίας τους να κουρεύεται στο όνομα της διάσωσης.
Και εδώ υπάρχει το πιο εξοργιστικό σημείο. Όταν τα Ταμεία είχαν αποθεματικά, το κράτος τα χρησιμοποιούσε. Όταν τα αποθεματικά κουρεύτηκαν, το κράτος είπε ότι πρέπει να μειωθούν οι συντάξεις. Στην άνοδο τα λεφτά ήταν εθνικός πόρος. Στην πτώση η ζημιά έγινε ασφαλιστικό πρόβλημα.
Τα μεγέθη μιλούν μόνα τους. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, τα αποθεματικά των ταμείων από περίπου 26 δισεκατομμύρια ευρώ το 2009 έπεσαν στα 4,5 δισεκατομμύρια το 2013.[7] Μέσα σε τέσσερα χρόνια εξαφανίστηκαν περίπου τέσσερα στα πέντε ευρώ. Δεν χρειάζεται ρητορική. Χρειάζεται μια αφαίρεση.
Σε αυτά προστίθενται δύο ακόμη βάρη που σπάνια μετριούνται. Πρώτον, το κόστος των προγραμμάτων πρόωρης αποχώρησης σε δημόσιες επιχειρήσεις, που φορτώθηκε στα ασφαλιστικά ταμεία ως πολιτική επιλογή κοινωνικής ειρήνης. Στον ΟΤΕ, το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου αφορούσε περίπου 5.230 εργαζομένους και κόστισε της τάξης του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, με εκατοντάδες από αυτούς να αποχωρούν πριν καν κλείσουν τα πενήντα.
Στην Ολυμπιακή, η πρόωρη αποχώρηση περίπου 2.800 εργαζομένων, μέσης ηλικίας 48 ετών, κόστισε στα Ταμεία γύρω στα 900 εκατομμύρια ευρώ.[8] Και εδώ η λέξη εθελουσία είναι παραπλανητική, γιατί στην Ολυμπιακή επρόκειτο για αποχωρήσεις μέσα σε ένα πλαίσιο αναδιάρθρωσης και τελικού κλεισίματος της εταιρείας, όχι για ελεύθερη επιλογή. Δεύτερον, η αναγκαστική ρευστοποίηση ακίνητης περιουσίας των ταμείων σε περίοδο κρίσης, συχνά σε χαμηλές τιμές, για να καλυφθούν τρέχουσες συντάξεις τη στιγμή που τα ομόλογα είχαν μόλις κουρευτεί. Έτσι χάθηκε όχι μόνο χρηματοοικονομικό, αλλά και απτό, πάγιο κεφάλαιο.
Μετά ήρθε η ενοποίηση. Ο ΕΦΚΑ παρουσιάστηκε ως νοικοκύρεμα. Ενιαίο σύστημα, ενιαίοι κανόνες, ενιαία διοίκηση. Θεωρητικά σωστό. Πρακτικά όμως η ενοποίηση είχε και άλλη λειτουργία. Έβαλε σε έναν μεγάλο κουβά ταμεία με διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές εισφορές, διαφορετικές περιουσίες, διαφορετικά ελλείμματα και διαφορετικές αδικίες.
Έτσι χάθηκε η ιστορική μνήμη.
Ποιο Ταμείο είχε πλεόνασμα; Ποιο Ταμείο είχε περιουσία; Ποιο Ταμείο λεηλατήθηκε; Ποιο Ταμείο ήταν ελλειμματικό από τη φύση του; Ποιο Ταμείο φορτώθηκε κοινωνική πολιτική; Ποιο Ταμείο πλήρωσε τράπεζες; Ποιο Ταμείο πλήρωσε PSI; Ποιο Ταμείο πλήρωσε λάθη άλλων;
Όταν όλα μπαίνουν στον ίδιο κουβά, η λογοδοσία εξαφανίζεται. Και όταν εξαφανίζεται η λογοδοσία, μένει μόνο το εύκολο αφήγημα: δεν βγαίνει το ασφαλιστικό.
Όχι. Να το πούμε σωστά. Δεν βγαίνει ένα σύστημα στο οποίο οι εισφορές χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες σαν φθηνό καύσιμο, οι κοινωνικές παροχές ανακατεύτηκαν με την ανταποδοτική ασφάλιση, τα αποθεματικά εκτέθηκαν σε πολιτικές και χρηματοοικονομικές αποφάσεις, και στο τέλος όλα ενοποιήθηκαν ώστε να μην ξέρει κανείς ποιος χρωστάει σε ποιον.
Ας είμαστε δίκαιοι, για να μην κατηγορηθούμε για ευκολίες. Ναι, υπάρχει δημογραφικό. Ο πληθυσμός γερνά και η σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους στενεύει. Ναι, υπήρξε εισφοροδιαφυγή και αδήλωτη εργασία. Σήμερα οι ανείσπρακτες ασφαλιστικές εισφορές προς τον e-ΕΦΚΑ αγγίζουν τα 49 με 50 δισεκατομμύρια ευρώ, και πάνω από το εξήντα τοις εκατό αυτών, περίπου 32 δισεκατομμύρια, αφορά οφειλές που γεννήθηκαν πριν από το 2010.[9] Ανάμεσα στους διαχρονικά ασυνεπείς εργοδότες, κατά πολλούς αναλυτές, υπήρξε και το ίδιο το Δημόσιο με τους φορείς του, που καθυστερούσε ή απέδιδε με τη μορφή «έναντι» τις εργοδοτικές του εισφορές και την τριμερή χρηματοδότηση.
Όλα αυτά είναι αληθινά και μετράνε. Δεν αναιρούν όμως το βασικό. Ένα σύστημα μπορεί να πιέζεται από τη δημογραφία και ταυτόχρονα να έχει λεηλατηθεί από τις επιλογές της ίδιας της πολιτείας. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο. Και το δεύτερο, σε αντίθεση με το πρώτο, ουδείς θέλει να το μετρήσει.
Και φτάνουμε στο σήμερα. Σήμερα ακούμε ότι ο κρατικός προϋπολογισμός καλύπτει τα ελλείμματα. Αυτό ακούγεται σαν γενναιοδωρία. Δεν είναι.
Ο κρατικός προϋπολογισμός χρηματοδοτείται από φόρους, εισφορές, έμμεσους φόρους, ΦΠΑ, καύσιμα, ΕΝΦΙΑ, φόρο εισοδήματος και δανεισμό. Δηλαδή από την ίδια κοινωνία. Όταν το κράτος λέει δίνω λεφτά στον ΕΦΚΑ, στην πραγματικότητα λέει: παίρνω από την κοινωνία για να καλύψω μια τρύπα που δημιουργήθηκε μέσα σε ένα σύστημα όπου η κοινωνία είχε ήδη πληρώσει.
Ακόμη και η σημερινή κεντρική διαχείριση των διαθεσίμων μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος ανήκει σε αυτή τη συζήτηση, γιατί δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι η συνέχεια του 1950 με άλλο όνομα. Όταν έληξε ο αναγκαστικός νόμος, τη σκυτάλη πήρε το Κοινό Κεφάλαιο, που θεσμοθετήθηκε με τον νόμο 2469/1997 ως μηχανισμός κεντρικής διαχείρισης των διαθεσίμων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ασφαλιστικών φορέων, με επενδύσεις κατά κύριο λόγο σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου και διαχείριση από την ίδια την Τράπεζα της Ελλάδος.[10]
Στο ίδιο πλαίσιο μπαίνουν και τα repos, οι πράξεις επαναγοράς τίτλων. Με απλά λόγια, στα repos ο φορέας δίνει ρευστό και παίρνει προσωρινά τίτλους ως εγγύηση, με συμφωνία να γίνει η αντίστροφη πράξη λίγο αργότερα σε προσυμφωνημένη τιμή. Είναι, στην ουσία, βραχυπρόθεσμος δανεισμός με ενέχυρο. Όταν το ρευστό προέρχεται από τα διαθέσιμα των ταμείων και οι τίτλοι είναι κρατικοί, ο κύκλος κλείνει στο ίδιο σημείο όπου άνοιξε το 1950.
Η ρευστότητα της κοινωνικής ασφάλισης ξαναγίνεται καύσιμο για τη χρηματοδότηση του κράτους. Διαφορετική εποχή, διαφορετικά εργαλεία, ίδια λογική και με κίνδυνο κάποια στιγμή τα χρήματα αυτά να κουρευτούν στο επόμενο PSI.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν αυτό είναι νόμιμο. Το ερώτημα είναι πολιτικό και ιστορικό: πόσες φορές θα χρησιμοποιηθεί το ίδιο κοινωνικό χρήμα για να στηρίξει το κράτος, πριν το κράτος γυρίσει και πει στην κοινωνία ότι της κάνει χάρη;
Τα χρήματα των μηχανικών και η Τράπεζα Αττικής
Υπάρχει ένα ειδικό κεφάλαιο που πρέπει να ανοίξει χωρίς υπερβολές, αλλά με απόλυτη σαφήνεια. Από το 2013 και μετά, η Τράπεζα Αττικής βρέθηκε σε μια διαρκή προσπάθεια εξυγίανσης. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στη διαδρομή αυτή χρησιμοποιήθηκε σχεδόν ολόκληρη η εργαλειοθήκη: διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, έκδοση προνομιούχων μετοχών από το Δημόσιο, εκδόσεις ομολόγων, πωλήσεις και τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων, έκδοση δικαιωμάτων προτίμησης, και η ενεργοποίηση του νόμου για την αναβαλλόμενη φορολογία τρεις φορές μέσα σε δύο χρόνια, καθώς και κεφάλαια του ασφαλιστικού φορέα των μηχανικών, του πρώην ΤΣΜΕΔΕ και μετέπειτα ΤΜΕΔΕ, κεφάλαια του ΕΦΚΑ, και τελικά κεφάλαια των φορολογουμένων μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.[11]
Το ΤΜΕΔΕ υπήρξε για χρόνια ο παραδοσιακός μέτοχος και βασικός χρηματοδότης της τράπεζας. Σε κάθε νέα αύξηση, η αξία της παλιάς συμμετοχής απομειωνόταν και η ανάγκη για φρέσκο κεφάλαιο επανερχόταν. Το 2021 το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας τοποθέτησε 153 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ακολούθησε σχεδιασμός για νέα αύξηση της τάξης των 473 εκατομμυρίων ευρώ. Τον Απρίλιο του 2023, στη συμφωνία με το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, την Παγκρήτια και τον επενδυτή Thrivest, το ΤΜΕΔΕ γνωστοποίησε ότι δεν θα συμμετάσχει, και ο παλιός βασικός μέτοχος, που για χρόνια στήριζε την τράπεζα με χρήματα μηχανικών, αποχώρησε. Η Τράπεζα Αττικής πορεύτηκε στη συνέχεια προς συγχώνευση με την Παγκρήτια, για τη δημιουργία ενός μεγαλύτερου τραπεζικού σχήματος.[11]
Δεν χρειάζεται να φωνάξει κανείς. Αρκεί να μπει σε έναν πίνακα πόσα κεφάλαια ασφαλιστικών φορέων μπήκαν συνολικά, σε ποιες τιμές, με ποιες αποφάσεις, ποια ήταν η αξία τους μετά από κάθε αύξηση, ποιος έχασε και ποιος διασώθηκε, και πόσο απέμεινε στο τέλος για τους ασφαλισμένους που εκπροσωπούσαν τα κεφάλαια αυτά. Κανείς δεν έχει δημοσιοποιήσει ποτέ αυτόν τον πίνακα. Κανείς δεν θα λογοδοτήσει για τα χαμένα χρήματα του ΤΣΜΕΔΕ.
Η οργή δεν χρειάζεται συνθήματα. Χρειάζεται λογιστήριο. Ο λογαριασμός που δεν αθροίστηκε ποτέ
Ας το βάλουμε, λοιπόν, σε έναν πίνακα. Όχι για εντυπώσεις, αλλά για να φανεί τι έχει τεκμηριωθεί δημόσια και τι δεν τολμά κανείς να αθροίσει.
Πηγή απώλειας ή επιβάρυνσης Τι έχει τεκμηριωθεί δημόσια
Αρνητικές αποδόσεις, 1950 ως 1994 Υποχρεωτική κατάθεση με επιτόκιο κάτω του πληθωρισμού. Κατά αναφορές, λογαριασμοί με μηδαμινή ή μηδενική απόδοση ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Καμία επίσημη αποτίμηση της σωρευτικής απώλειας.
Έκθεση σε μετοχές και χρηματιστήριο Μέρος των αποθεματικών εκτέθηκε σε χρηματιστηριακό κίνδυνο. Δεν υπάρχει ενιαία δημόσια αποτίμηση των απωλειών.
Δομημένα ομόλογα, 2005 ως 2007 Οκτώ ομόλογα περίπου 1,8 δισ. ευρώ. Το επίμαχο αξίας 280 εκατ. ευρώ. Τελικές αθωώσεις, καμία δικαστική αποτίμηση ζημιάς.
PSI, 2012 Ομόλογα ταμείων της τάξης των 12 δισ. ευρώ στο κούρεμα. Μερική αποζημίωση γύρω στα 4,5 δισ. ευρώ σε ομόλογα EFSF.
Αποθεματικά, 2009 ως 2013 Πτώση από περίπου 26 δισ. ευρώ σε 4,5 δισ. ευρώ.
Πρόωρες αποχωρήσεις σε ΔΕΚΟ ΟΤΕ: περίπου 5.230 εργαζόμενοι, κόστος της τάξης του 1 δισ. ευρώ. Ολυμπιακή: περίπου 2.800 εργαζόμενοι, κόστος στα Ταμεία περίπου 900 εκατ. ευρώ.
Τράπεζα Αττικής Διαδοχικές αυξήσεις με κεφάλαια ΤΣΜΕΔΕ, ΤΜΕΔΕ και ΕΦΚΑ, με επαναλαμβανόμενη απομείωση της συμμετοχής τους και αποχώρηση του ΤΜΕΔΕ το 2023.
Ανείσπρακτες εισφορές Οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ περίπου 49 με 50 δισ. ευρώ (2025), εκ των οποίων περίπου 32 δισ. προ του 2010.
Ενοποίηση στον ΕΦΚΑ Συγχώνευση ταμείων με διαφορετική περιουσία, εισφορές και ιστορία σε έναν φορέα. Έκτοτε δεν υπάρχει διακριτή λογιστική μνήμη ανά ταμείο.
Repos και κεντρική διαχείριση Διαρκής χρήση των διαθεσίμων ως βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση του Δημοσίου, στη λογική του 1950. Κόστος ευκαιρίας μη αποτιμημένο δημόσια.
Συνολικός λογαριασμός Δεν έχει συνταχθεί ποτέ επίσημος, ενοποιημένος, δημόσιος λογαριασμός όλων αυτών.
Τα μεγέθη και οι πηγές τους αναλύονται στις αντίστοιχες παραπομπές του κειμένου.
Η τελευταία γραμμή είναι η πιο σημαντική. Δεν υπάρχει επίσημος, ενοποιημένος, δημόσιος λογαριασμός όλων αυτών. Και αυτή η απουσία, από μόνη της, είναι μια απάντηση.
Και τώρα ας κοιτάξουμε τι γίνεται στο εξωτερικό.
Στη Νορβηγία, τα έσοδα από το πετρέλαιο δεν έγιναν επιδόματα, ρουσφέτια και τρύπες του προϋπολογισμού. Δημιουργήθηκε ένα κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο γενεών, γνωστό ως Ταμείο του Πετρελαίου, που το διαχειρίζεται η επενδυτική θυγατρική της κεντρικής τράπεζας της χώρας, με ρητό σκοπό τη μακροχρόνια διαχείριση του πλούτου από πετρέλαιο και φυσικό αέριο, ώστε να ωφελούνται και οι σημερινές και οι μελλοντικές γενιές.[13]
Την ίδια ώρα που τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία αγοράζουν ελληνικά ρέπος στη Νορβηγία αγοράζουν μετοχές Apple, Microsoft κλπ
Στο τέλος του 2025 η αξία του ταμείου ήταν 21.268 δισεκατομμύρια νορβηγικές κορώνες, και πάνω από το μισό αυτής της αξίας, 13.457 δισεκατομμύρια κορώνες, προερχόταν από τις επενδυτικές αποδόσεις.[12] Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο της ελληνικής εμπειρίας. Εκεί ο πλούτος επενδύθηκε ώστε οι αποδόσεις να μεγαλώνουν τον κουμπαρά.
Εδώ ο κουμπαράς χρησιμοποιήθηκε για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του κράτους, και ύστερα ο ασφαλισμένος κατηγορήθηκε κιόλας.
Η Νορβηγία δεν είναι παράδεισος. Έχει πολιτικές συγκρούσεις, ηθικά διλήμματα, επενδυτικούς κινδύνους, συζητήσεις για εταιρείες, πολέμους, περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, ενέργεια, εξοπλισμούς. Αλλά έχει κάτι θεμελιώδες: κανόνες, δημόσια λογοδοσία, ετήσια έκθεση στη Βουλή και σαφές πλαίσιο διαχείρισης. Κάθε χρόνο το Υπουργείο Οικονομικών καταθέτει στο Κοινοβούλιο ειδική έκθεση πολιτικής για τη διαχείριση, τη στρατηγική και τις υπεύθυνες επενδύσεις του ταμείου.[13]
Στις ΗΠΑ το μοντέλο είναι διαφορετικό. Τα δημόσια συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν τεράστια περιουσιακά στοιχεία, τα οποία τηρούνται σε ξεχωριστούς λογαριασμούς καταπιστεύματος και επενδύονται για να προχρηματοδοτούν μελλοντικές παροχές. Στο τέλος του 2025 τα πολιτειακά και τοπικά συνταξιοδοτικά συστήματα είχαν, κατά τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, περιουσιακά στοιχεία ρεκόρ ύψους περίπου 6,85 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.[14]
Εκεί υπάρχουν τεράστια προβλήματα: υποχρηματοδότηση σε ορισμένες πολιτείες, πολιτικές συγκρούσεις, υψηλές αμοιβές διαχειριστών, κίνδυνοι αγορών, εξάρτηση από αποδόσεις. Αλλά υπάρχει και μια βασική αρχή: τα κεφάλαια επενδύονται ως συνταξιοδοτική περιουσία. Διαχρονικά, οι επενδυτικές αποδόσεις αποτελούν περίπου το 60 με 65% των εσόδων αυτών των ταμείων.[15]
Εκεί μπαίνουν και εταιρείες όπως η BlackRock. Η BlackRock δεν είναι το κράτος. Είναι ιδιωτικός διαχειριστής κεφαλαίων, που διαχειρίζεται χρήματα πελατών, ανάμεσά τους και συνταξιοδοτικά ταμεία.
Αυτό δεν την κάνει αθώα ή υπεράνω κριτικής. Αντιθέτως, ανοίγει τεράστια συζήτηση για συγκέντρωση οικονομικής ισχύος, για επιρροή σε εταιρείες, για ψήφους σε γενικές συνελεύσεις, για ηθικά κριτήρια επενδύσεων, για την πολιτικοποίηση των κεφαλαίων και για το ποιος τελικά ελέγχει τον παγκόσμιο πλούτο. Αλλά η σύγκριση με την Ελλάδα είναι αποκαλυπτική.
Στις ΗΠΑ, μπορείς να κατηγορήσεις τη BlackRock ότι έχει υπερβολική ισχύ.
Στη Νορβηγία, μπορείς να συζητήσεις αν το κρατικό ταμείο επενδύει ηθικά.
Στην Ελλάδα, πρέπει πρώτα να ρωτήσεις: πού πήγε ο κουμπαράς;
Αυτή είναι η διαφορά. Άλλες χώρες έστησαν μηχανισμούς ώστε τα κεφάλαια να παράγουν αποδόσεις. Η Ελλάδα έστησε μηχανισμούς ώστε τα κεφάλαια να καλύπτουν ανάγκες του κράτους, να μπαίνουν σε ομόλογα, να κουρεύονται, να συγχωνεύονται, να χάνονται μέσα σε κοινούς λογαριασμούς, και μετά να εμφανίζεται ο συνταξιούχος ως δημοσιονομικός εχθρός.
Και κάπου εδώ έρχεται η πιο πικρή ειρωνεία. Από την 1η Ιανουαρίου 2022, με τον νόμο 4826/2021, η Ελλάδα δημιούργησε επιτέλους το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης. Ένα ταμείο όπου οι εισφορές των νέων εργαζομένων δεν πάνε σε έναν κοινό κουβά, αλλά αποταμιεύονται και επενδύονται σε ατομικούς λογαριασμούς, σε αυτό που η ίδια η πολιτεία ονόμασε, χωρίς ίχνος αυτογνωσίας, ατομικό κουμπαρά.[16]
Δηλαδή το μοντέλο που η Νορβηγία έχτισε εδώ και δεκαετίες, και που η Ελλάδα αρνήθηκε να χτίσει για εβδομήντα χρόνια, εμφανίστηκε τελικά ως καινοτομία. Για τη νέα γενιά, ναι. Για τις γενιές που πλήρωσαν τον παλιό, λεηλατημένο κουμπαρά, καμία αποκατάσταση. Μόνο ο λογαριασμός.
Αυτό είναι το μεγάλο σκάνδαλο. Όχι ένα σκάνδαλο μιας κυβέρνησης. Όχι μιας παράταξης. Όχι μιας δεκαετίας. Είναι διακομματικό, διαχρονικό, θεσμικό.
Κάθε περίοδος είχε τη δική της μέθοδο.
Πρώτα η υποχρεωτική κατάθεση με χαμηλές αποδόσεις. Μετά η χρήση των αποθεματικών ως αναπτυξιακό εργαλείο. Μετά η σύγχυση ασφάλισης και κοινωνικής πολιτικής. Μετά το χρηματιστήριο. Μετά τα δομημένα ομόλογα. Μετά το PSI. Μετά η ενοποίηση. Μετά οι διαδοχικές αυξήσεις κεφαλαίου σε μια προβληματική τράπεζα. Μετά τα repos και η κεντρική διαχείριση των διαθεσίμων. Και πάντα, στο τέλος, ο ίδιος ένοχος: ο ασφαλισμένος.
Ο συνταξιούχος που κοστίζει. Ο εργαζόμενος που δεν πληρώνει αρκετά. Ο νέος που δεν θα πάρει σύνταξη. Ο επαγγελματίας που χρωστάει. Ο αγρότης που επιδοτείται. Ο ναυτικός που είχε ειδικό ταμείο. Ο μηχανικός που είχε προνόμια.
Κανείς όμως δεν λέει καθαρά: πόσα χρήματα μπήκαν συνολικά; Πόσα χάθηκαν από αρνητικές αποδόσεις; Πόσα χάθηκαν από πολιτικές αποφάσεις; Πόσα κουρεύτηκαν; Πόσα επενδύθηκαν λάθος; Πόσα κοινωνικά βάρη φορτώθηκαν σε ασφαλιστικούς φορείς; Πόσα επέστρεψε πράγματι το κράτος; Και πόσα από αυτά που σήμερα ονομάζει κρατική χρηματοδότηση είναι στην ουσία επιστροφή παλιάς κοινωνικής αφαίμαξης;
Αν θέλουμε αλήθεια, χρειαζόμαστε έναν εθνικό λογαριασμό ασφαλιστικής μνήμης. Όχι άλλη προπαγάνδα. Όχι άλλα γενικά λόγια. Όχι άλλα δεν βγαίνουν τα νούμερα.
Να ανοίξουν τα νούμερα. Ανά Ταμείο. Ανά δεκαετία. Ανά κυβέρνηση. Ανά νόμο. Ανά επενδυτική απόφαση. Ανά απώλεια. Ανά μεταφορά. Ανά κούρεμα. Ανά κρατική χρηματοδότηση.
Γιατί οι Έλληνες δεν είναι παιδιά για να τους λένε παραμύθια. Πλήρωσαν εισφορές. Πλήρωσαν φόρους. Πλήρωσαν ΦΠΑ. Πλήρωσαν μνημόνια. Πλήρωσαν περικοπές. Πλήρωσαν ανεργία. Πλήρωσαν τη μετανάστευση των παιδιών τους. Και τώρα ακούν ότι πρέπει να πουν και ευχαριστώ επειδή το κράτος καλύπτει τα ελλείμματα.
Όχι.
Το ερώτημα δεν είναι αν το κράτος πληρώνει τις συντάξεις. Το ερώτημα είναι πόσες φορές πλήρωσε ο ίδιος άνθρωπος την ίδια σύνταξη.
Μία φορά ως εργαζόμενος. Μία φορά ως φορολογούμενος. Μία φορά ως καταναλωτής. Μία φορά ως δανειζόμενος πολίτης του μέλλοντος. Και μία τελευταία φορά ως συνταξιούχος, όταν του είπαν ότι φταίει.
Στη Νορβηγία το πετρέλαιο έγινε ταμείο γενεών.
Στις ΗΠΑ τα συνταξιοδοτικά ταμεία έγιναν τεράστιοι επενδυτικοί θεσμοί, με όλα τα προβλήματα και όλους τους κινδύνους τους.
Στην Ελλάδα οι εισφορές των γενεών έγιναν φθηνό κρατικό καύσιμο, ομόλογα, κουρέματα, ενοποιήσεις, repos και πολιτικό άλλοθι.
Και στο τέλος, όταν ο κουμπαράς άδειασε, ο υπεύθυνος έδειξε τον συνταξιούχο.
Αυτό δεν είναι ασφαλιστικό πρόβλημα.
Είναι ιστορικός λογαριασμός.
Και κάποτε πρέπει να πληρωθεί, τουλάχιστον με την αλήθεια.
Γιατί καμία γενιά δεν χτίζει εμπιστοσύνη όταν ο κουμπαράς της χρησιμοποιείται ως ταμείο του κράτους. Και κανένα ασφαλιστικό δεν γίνεται βιώσιμο, αν δεν ειπωθεί πρώτα ολόκληρη η αλήθεια για το παρελθόν του.
Πηγές
[1] Αναγκαστικός Νόμος 1611/1950: υποχρεωτική κατάθεση των διαθεσίμων των ασφαλιστικών ταμείων στην Τράπεζα της Ελλάδος, με επιτόκιο οριζόμενο από τη Νομισματική Επιτροπή, χαμηλότερο του πληθωρισμού και των τραπεζικών καταθέσεων. Ισχύς έως το 1994. Εφημερίδα των Συντακτών, «Η απομείωση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων». ΤΑ ΝΕΑ, «Υπό κατάρρευση το ασφαλιστικό», 9.12.2014.
[2] Κατά αναφορές, τα αποθεματικά παρέμειναν σε λογαριασμούς με ελάχιστη ή μηδενική απόδοση ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1980, χρηματοδοτώντας φθηνά το κράτος και επιλεγμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. ΤΟ ΒΗΜΑ, άρθρο γνώμης «Ασφαλιστικά Ταμεία: Η μεγάλη ληστεία», 21.8.2012. Αποτελεί εκτίμηση και όχι επίσημη αποτίμηση.
[3] Υπόθεση δομημένων ομολόγων, 2005 με 2007: οκτώ ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου συνολικής αξίας περίπου 1,8 δισ. ευρώ. Το επίμαχο δωδεκαετές ομόλογο των 280 εκατ. ευρώ εκδόθηκε από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους στις 22.2.2007, με ανάδοχο την JP Morgan, και κατέληξε στα ΤΕΑΔΥ, ΤΕΑΥΦΕ, ΤΕΑΠΟΚΑ, ΤΣΕΥΠ. Νόμος 3586/2007. Τελικές αθωώσεις στο Εφετείο. Βικιπαίδεια, «Υπόθεση δομημένων ομολόγων στην Ελλάδα». Npress.gr, 1.3.2007. Εφημερίδα των Συντακτών, 15.3.2019.
[4] PSI 2012: μείωση της ονομαστικής αξίας του χρέους από 205,6 σε 98,5 δισ. ευρώ, πτώση 52,1%. London School of Economics, Hellenic Observatory, GreeSE Paper No. 180, «The Greek Economic Crisis and the Banks».
[5] Ονομαστικό κούρεμα 53,5% σε ομόλογα περίπου 197 δισ. ευρώ που κατείχε ο ιδιωτικός τομέας. European Stability Mechanism, «What was the private sector debt restructuring in March 2012?».
[6] Ομόλογα ασφαλιστικών ταμείων της τάξης των 12 δισ. ευρώ εντάχθηκαν στο PSI, με μερική αποζημίωση περίπου 4,5 δισ. ευρώ σε ομόλογα EFSF. Εφημερίδα Αυγή, «Οι δύο ελαφρύνσεις χρέους». Τράπεζα της Ελλάδος, «Το χρονικό της μεγάλης κρίσης», όπως αποδίδεται στον Τύπο (taxheaven.gr).
[7] Αποθεματικά ταμείων από περίπου 26 δισ. ευρώ (2009) σε 4,5 δισ. ευρώ (2013), στοιχεία Ινστιτούτου Εργασίας ΓΣΕΕ. ΤΑ ΝΕΑ, 9.12.2014.
[8] Προγράμματα πρόωρης αποχώρησης σε ΔΕΚΟ. Στον ΟΤΕ, το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου αφορούσε περίπου 5.230 εργαζομένους και κόστισε της τάξης του 1 δισ. ευρώ. Στην Ολυμπιακή, η πρόωρη αποχώρηση περίπου 2.800 εργαζομένων μέσης ηλικίας 48 ετών κόστισε στα Ταμεία περίπου 900 εκατ. ευρώ. Το πρόγραμμα του ΟΤΕ εξετάστηκε και ως κρατική ενίσχυση (υπόθεση C 2/06), με το ΤΑΠ-ΟΤΕ να ενσωματώνεται στο ΙΚΑ. Πρώτο Θέμα, 7.11.2010. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, απόφαση 2008/722/ΕΚ.
[9] Ανείσπρακτες ασφαλιστικές εισφορές προς τον e-ΕΦΚΑ περίπου 49 με 50,7 δισ. ευρώ (2025), εκ των οποίων περίπου 32 δισ. αφορούν οφειλές προ του 2010. Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ανακοίνωση 1.4.2025. in.gr, 30.3.2026.
[10] Κοινό Κεφάλαιο διαχείρισης των διαθεσίμων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ασφαλιστικών φορέων, νόμος 2469/1997, με διαχείριση από την Τράπεζα της Ελλάδος και επενδύσεις κατά κύριο λόγο σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου.
[11] Τράπεζα Αττικής: από το 2013, διαρκείς προσπάθειες εξυγίανσης με διαδοχικές αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, προνομιούχες μετοχές, εκδόσεις ομολόγων, τιτλοποιήσεις, δικαιώματα προτίμησης, τριπλή ενεργοποίηση της αναβαλλόμενης φορολογίας, και κεφάλαια ΤΣΜΕΔΕ, ΤΜΕΔΕ, ΕΦΚΑ και Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Το ΤΧΣ τοποθέτησε 153 εκατ. ευρώ το 2021, ενώ σχεδιάστηκε νέα αύξηση της τάξης των 473 εκατ. ευρώ. Τον Απρίλιο 2023 το ΤΜΕΔΕ δεν συμμετείχε στη συμφωνία με ΤΧΣ, Παγκρήτια και Thrivest και αποχώρησε, με την τράπεζα να οδεύει σε συγχώνευση με την Παγκρήτια. Ναυτεμπορική, 20.4.2023. ot.gr, 26.4.2023. Δημόσιες αναφορές κινήσεων μηχανικών.
[12] Νορβηγικό κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο (Government Pension Fund Global): αξία 21.268 δισ. κορωνών στο τέλος του 2025, σωρευτική επενδυτική απόδοση 13.457 δισ. κορωνών. Norges Bank Investment Management, «The fund’s value» και «Fund returns».
[13] Σκοπός του ταμείου η ωφέλεια σημερινών και μελλοντικών γενεών από τον πλούτο σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ετήσια έκθεση πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών της Νορβηγίας προς το Κοινοβούλιο. Norges Bank Investment Management.
[14] ΗΠΑ: περιουσιακά στοιχεία πολιτειακών και τοπικών συνταξιοδοτικών συστημάτων περίπου 6,85 τρισ. δολαρίων στο τέλος του 2025, στοιχεία Federal Reserve. National Association of State Retirement Administrators (NASRA), «Public Pension Assets».
[15] Οι επενδυτικές αποδόσεις αποτελούν διαχρονικά το 60 με 65% των εσόδων των δημόσιων συνταξιοδοτικών ταμείων των ΗΠΑ. NASRA, «Investments».
[16] Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ): ιδρύθηκε με τον νόμο 4826/2021 και λειτουργεί από 1.1.2022, με κεφαλαιοποιητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών και ατομικούς λογαριασμούς (ατομικός κουμπαράς). ΤΕΚΑ, teka.gov.gr. Βικιπαίδεια, «Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης»


by