Γράφει: Ο Θάνος Τζήμερος*
Ήρωας, λένε τα λεξικά, είναι το πρόσωπο που επιδεικνύει εξαιρετικό θάρρος, ανδρεία ή αυτοθυσία, θέτοντας τη ζωή του σε κίνδυνο για έναν ανώτερο σκοπό ή για να σώσει άλλους. Ο ήρωας αναδεικνύεται από την κοινωνία την οποία εκπροσωπεί και για τις αξίες της οποίας αγωνίζεται. Ένας ήρωας μπορεί να πεθάνει από φυσικό θάνατο, πολύ καιρό μετά τις ηρωικές του πράξεις. Μπορεί όμως και να σκοτωθεί, πάνω στη δράση ή εξ αιτίας της. Ο τρόπος του θανάτου μπορεί να προσθέσει λάμψη στο φωτοστέφανο του ήρωα, αλλά δεν είναι, από μόνος του, ούτε αναγκαία ούτε ικανή συνθήκη για να ονομασθεί κάποιος ήρωας.
Αν συμφωνούμε σ΄ αυτό, μπορούμε να προχωρήσουμε στην ιστορία μας.
Το 1924, η Κομμουνιστική Διεθνής, γνωστή και ως Κομιντέρν, το παγκόσμιο καθοδηγητικό όργανο των κομμουνιστικών κομμάτων, στις εργασίες του 5ου Συνεδρίου της, εξέδωσε ένα μακροσκελές “Ψήφισμα για το Εθνικό Ζήτημα στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια”.
Προσπαθώντας να εξάγει επανάσταση στα μέρη μας, το Ψήφισμα κήρυττε την ίδρυση της “Βαλκανικής Ομοσπονδίας” στην οποία θα συμμετείχαν τα κράτη της Μακεδονίας και της Θράκης, που εκείνη τη στιγμή δεν υφίσταντο. Όμως η Κομιντέρν έδωσε τις οδηγίες κατασκευής: η Μακεδονία θα έπαιρνε εδάφη του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας. Και η Θράκη, εδάφη της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, και της Τουρκίας. Αυτό σήμαινε διαμελισμό της χώρας μας. Τα βόρεια σύνορά της θα έφταναν μέχρι τον Όλυμπο. Ήταν φως φανάρι ότι οι Σοβιετικοί αποσκοπούσαν στην αποσταθεροποίηση των βαλκανικών κρατών “πουλώντας” αυτονομία στις εθνικές μειονότητες. Στο Συνέδριο, το ΚΚΕ (που τότε ονομαζόταν ΣΕΚΕ) εκπροσωπήθηκε με τους Παντελή Πουλιόπουλο, Σεραφείμ Μάξιμο και Θόδωρο Μάγγο, οι οποίοι αποδέχθηκαν τα σοβιετικά θέσφατα και ανέλαβαν να τα μεταφέρουν στους εδώ συντρόφους, να κάμψουν τις αντιδράσεις, να διαγράψουν ως “οπορτουνιστές” τους διαφωνούντες και να επιβάλουν τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας ως επίσημη κομματική θέση.
Ταυτόχρονα έπιασαν δουλειά υπονομεύοντας την ελληνική κυριαρχία στη Μακεδονία και τη Θράκη. Καταδίκαζαν την ελληνική “αστική καταπίεση”, κατήγγελλαν την εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στη Μακεδονία ως προσπάθεια αλλοίωσης της “μακεδονικής ταυτότητας”, δημιούργησαν διαβαλκανικές κομμουνιστικές επαναστατικές οργανώσεις, συνδέθηκαν με ομάδες παρτιζάνων εκτός συνόρων και καλούσαν τον λαό σε επανάσταση για να “συντρίψουν τον εθνικό ζυγό”!
Το άρθρο του Ριζοσπάστη στις 14 Δεκεμβρίου 1924, με τίτλο “Ανεξαρτησία στη Μακεδονία και στη Θράκη” είχε βαρυσήμαντες γεωπολιτικές διαπιστώσεις: “Η ντόπια μπουρζουαζία είναι εθνικός δυνάστης και καταπιεστής του Μακεδονικού και Θρακικού λαού και συγχρόνως ο κοινωνικός δυνάστης της εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτικών και προσφυγικών μαζών. Αν δεν συντρίψουμε τον εθνικό ζυγό της ντόπιας μπουρζουαζίας που βαρύνει τη Μακεδονία και τη Θράκη δεν μπορούμε να τσακίσουμε τον κοινωνικό ζυγό της ίδιας μπουρζουαζίας που βαρύνει πάνω σε μας. Να γιατί αγωνιζόμαστε για την ένωση των τριών τμημάτων της Μακεδονίας και Θράκης και για την ενιαία και ανεξάρτητη κρατική τους ύπαρξη.”
Ποια ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να ανεχτεί αυτή τη δραστηριότητα; Κυριολεκτικά, δεν υπήρξε ούτε ένα κόμμα, ούτε ένας πολιτικός σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα που να μην χαρακτήρισε προδοτική αυτή τη θέση. Το 1925, ο Πουλιόπουλος πρώτος γραμματέας του ΚΚΕ και 23 στελέχη, δικάστηκαν για “απόπειρα απόσπασης Μακεδονίας και Θράκης”, και καταδικάσθηκαν σε εξορία στην Ανάφη, την Αμοργό και τη Φολέγανδρο.
Επειδή όμως η δράση των κομμουνιστών συνεχιζόταν, στις 25-7-1929, επί κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου, ψηφίζεται ο Ν. 4229/1929, το γνωστό “ιδιώνυμο”: “Όστις επιδιώκει την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπή του κρατούντος κοινωνικού συστήματος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της επικρατείας ή ενεργεί υπέρ της εφαρμογής αυτών προσυλητισμόν, τιμωρείται με φυλάκισιν τουλάχιστον 6 μηνών.” Όμως το ΚΚΕ δεν πτοείται. Στις 23/3/1931 ο Ριζοσπάστης κυκλοφορεί με κεντρικό άρθρο “ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΛΗ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ” όπου επισημαίνεται: “Ο Μακεδονικός λαός θ’ αποχτήσει πραγματικά το δικαίωμα της ανεξαρτησίας του μόνο μέσα σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία των εργατοαγροτικών Δημοκρατιών”.

Το πράγματα είχαν ξεφύγει. Να επισημάνω ότι όλα αυτά τα χρόνια, το ΚΚΕ “λειτουργούσε”, όπως και σήμερα, στο πλαίσιο του Κοινοβουλευτισμού, τον οποίο, όπως και σήμερα, υπονόμευε συνεχώς. Ο Μεταξάς, ως κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός (Απρίλιος – Αύγουστος του 1936) συνυπήρξε στη Βουλή με το ΚΚΕ και μάλιστα είχε δώσει το Υπουργείο Εργασίας στον αριστερό συνδικαλιστή Αριστείδη Δημητράτο, ο οποίος εφάρμοσε σοσιαλιστική φιλεργατική πολιτική. Όμως μετά τις ταραχές της Θεσσαλονίκης και τις απεργίες, που υποκίνησε το ΚΚΕ (το πήγαινε από τότε για επανάσταση), ανέστειλε το Σύνταγμα και, εφαρμόζοντας τον νόμο Βενιζέλου, συνέλαβε και έκλεισε στην Ακροναυπλία τους σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές, που δεν υπέγραψαν “δήλωση” αποκήρυξης του ΚΚΕ, (αυτή που υπέγραψε ο Βελουχιώτης) άρα συνέχιζαν να υποστηρίζουν την απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης από τον εθνικό κορμό.
Θα ρωτούσε κανείς: μα τι είχαν πάθει αυτοί οι άνθρωποι και στρεφόντουσαν κατά της χώρας τους; Αυτή είναι μια σημερινή ανάγνωση. Το 1924, το κομμουνιστικό αφήγημα ήταν ακόμα γοητευτικό και ακουγόταν την κατάλληλη στιγμή. Η Ελλάδα, από το 1912 μέχρι το 1922, πολεμούσε σχεδόν συνεχώς. Δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς νεκρούς και χωρίς ρημαγμένες περιουσίες. Η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν η τελευταία πράξη αυτού του δράματος. Η Ευρώπη είχε μόλις υποστεί τον πιο αιματηρό – και παράλογο – πόλεμο της ιστορίας της. Οι απλοί άνθρωποι απορούσαν: μα, γατί γίνονται όλα αυτά; “Για τα κέρδη της πλουτοκρατίας”, απαντούσε ο κομμουνιστής. “Τι έχεις να κερδίσεις εσύ, φτωχέ εργάτη και αγρότη, από όλη αυτή την αιματοχυσία; Εσύ, πρόσφυγα, που ξεριζώθηκες από τις εστίες σου; Κοίτα, όμως, τη μεγάλη μητέρα, τη Σοβιετική Ένωση! Όλοι οι άνθρωποι αδελφωμένοι πασχίζουν για το καλύτερο, χωρίς να τους χωρίζουν εθνότητες, γλώσσες, θρησκείες, σύνορα! Έχει σημασία αν η Μακεδονία θα είναι ελληνική ή σλαβική; Σημασία έχει όλοι να ζούμε ευτυχισμένοι και με ειρήνη στον Σοβιετικό Παράδεισο. Έλα λοιπόν να φτιάξουμε μαζί τη μεγάλη σοβιετική προλεταριακή οικογένεια!”
Σαν τους πρώτους Χριστιανούς. Ήταν πολύ φρέσκια και η επανάσταση των Μπολσεβίκων. Δεν είχε προφτάσει να εξελιχθεί στον κτηνώδη κατασταλτικό μηχανισμό και στον πόλεμο αλληλοεξόντωσης φατριών, που γνωρίσαμε στη συνέχεια. Όλα ήταν ρόδινα. Όσοι συντάσσονταν με αυτό το ουτοπικό αφήγημα ένιωθαν ότι εκπροσωπούν έναν νέο κόσμο, ένα ανώτερο ιδανικό, για το οποίο η έννοια του κράτους ήταν όχι μόνο ξεπερασμένη, αλλά και εμπόδιο. Και για την επίτευξη αυτού του στόχου ήταν πρόθυμοι να θυσιάσουν την ελευθερία τους, ακόμα και τη ζωή τους. Έτσι προέκυψαν οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας, που μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι, κι από κει στο σκοπευτήριο της Καισαριανής.
Μόνο δέος μπορεί να αισθανθεί κανείς μπροστά στην τραγική μοίρα αυτών των ανθρώπων. Οι γενιές μας, που έζησαν σε εποχές στρωτές, αβασάνιστες, δύσκολα μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει να περνάς την τελευταία σου νύχτα, ξέροντας ότι αύριο το πρωί το σώμα σου θα γεμίσει σφαίρες, και μάλιστα χωρίς να έχεις κάνει κάτι που να αξίζει αυτή την τιμωρία, εν μέσω μιας παγκόσμιας σύγκρουσης, την έκβαση της οποίας δεν θα μάθεις ποτέ. Πώς να συναισθανθείς το μέγεθος του πόνου ανθρώπων που άφηναν πίσω παιδιά ορφανά, το παράπονο των παλληκαρόπουλων που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους και θα την έχαναν, πριν ανατείλει ο ανοιχτόκαρδος μαγιάτικος ήλιος; Σε ανθρώπινο λοιπόν επίπεδο, και πονάμε και συμπάσχουμε και πενθούμε.
Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο επίπεδο, το πολιτικό. Έσπευσε να το υπογραμμίσει, μετά την ανακάλυψη των φωτογραφιών, ο Γ.Γ. του ΚΚΕ: “Οι 200 ήταν κομμουνιστές, μαθημένοι να υπηρετούν τον λαό, και εκτελέστηκαν γιατί δεν αποκήρυξαν το ΚΚΕ”. Κομμουνιστές ήταν. Αλλά κανέναν “λαό” δεν υπηρετούσαν. Εξυπηρετούσαν τα σχέδια της Μόσχας, ως θύματα κι αυτοί της τυχοδιωκτικής, αμοραλιστικής πολιτικής της. Ως “χρήσιμοι ηλίθιοι”, αν προτιμάτε τον σταλινικό όρο. Σε μερικούς μήνες, ο “πατερούλης” θα τους πούλαγε σε ένα μπακαλόχαρτο και θα τους άφηνε ξεκρέμαστους να σκοτωθούν για ένα σοσιαλιστικό πουκάμισο αδειανό. Δεν αποκλείεται κάποιοι από αυτούς, αν ζούσαν, να έγραφαν αργότερα το δικό τους “Ευτυχώς ηττηθήκαμε, σύντροφοι.”.
Ήταν ήρωες; Βεβαίως, αλλά για τη Σοβιετική Ένωση! Όχι για την Ελλάδα. Το πώς προσλάμβαναν οι κομμουνιστές την έννοια της πατρίδας, το δείχνει ξεκάθαρα ο μεγάλος αρχηγός του ΚΚΕ εκείνης της εποχής, ο Νίκος Ζαχαριάδης απευθυνόμενος το 1950 στα παιδιά του παιδομαζώματος που ζούσαν στις χώρες του Παραπετάσματος: “Αγαπάτε με όλη σας την ψυχή τη Σοβιετική Ένωση, τη Μεγάλη Πατρίδα μας! (…) Να μάθετε ρούσικα. Χωρίς ρούσικα σήμερα δεν μπορεί να νοηθεί πρωτοπόρος μαχητής, στέλεχος του αγώνα μας”. Και η Ελλάδα, τι ρόλο έπαιζε; Το ξεκαθαρίζει κι αυτό ο Ζαχαριάδης: “Όσα μαθαίνετε και όσα αποχτάτε πρέπει ένα σκοπό νάχουν: να σας κάνουν καλλίτερους αγωνιστές για την απελευθέρωση και τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της Ελλάδας. Είστε και σεις μαχητές του στρατού που θ’ απελευθερώσει τη χώρα μας και το Λαό μας. Μη το ξεχνάτε αυτό ούτε λεφτό. Εκεί, στον αγώνα για τη λέφτερη, σοσιαλιστική Ελλάδα θα ολοκληρώσετε, θ΄αποτελειώσετε αυτό που συσσωρεύετε τώρα σε πείρα και γνώση.” Δηλαδή, προτροπές για νέο Εμφύλιο, μόλις έναν χρόνο μετά τη λήξη του προηγούμενου! Και τι έπρεπε να νιώθουν τα Ελληνόπουλα και τα… Μακεδονόπουλα (αυτόν τον διαχωρισμό κάνει ο Ζαχαριάδης) για τους γονείς και τους συγγενείς που άφησαν πίσω, και γενικά για όσους δεν ενστερνίζονταν το όραμα του σοβιετικού προτεκτοράτου για την Ελλάδα; “Και να μισάτε (sic) με όλη σας την ψυχή τους καταπιεστές και βασανιστές της πατρίδας και του Λαού μας, αμερικανοάγγλους και μοναρχοφασίστες”. Δηλαδή, όλους τους άλλους Έλληνες.
Μήπως όμως οι 200 ήταν αντιστασιακοί; Ούτε, διότι και να ήθελαν, δεν μπορούσαν. Ήταν φυλακισμένοι από το 1936. Και μάλιστα, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να δραπετεύσουν, στο κενό εξουσίας μετά την κατάρρευση του μετώπου μέχρι την εγκατάσταση των Γερμανικών Αρχών, δεν το έκαναν, διότι τους το… απαγόρευσε το ΚΚΕ, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του “Εμφύλιος στη σκιά της Ακροναυπλίας” ο Γιάννης Μανούσακας, μέλος του ΚΚΕ και κρατούμενος στην Ακροναυπλία: “Όταν ο Γερμανικός στρατός κατέβαινε κατά τη νότια Ελλάδα κι ο κρατικός ο μηχανισμός ήταν παραλυμένος, οι πόρτες του στρατοπέδου της Ακροναυπλίας όπου ο Ελληνικός φασισμός μας είχε κλεισμένους, ήταν χωρίς λουκέτα. Οι φρουροί μας, οι πιο πολλοί είχανε φύγει για τα σπίτια τους κι όσοι απόμειναν μας πρότειναν να φύγομε. Η καθοδήγηση όμως για λόγους ανεξήγητους και φόβους ανύπαρκτους, παρά τη γνώμη σχεδόν όλων και των εξακοσίων δυο συντρόφων που κρατιόμαστε, έκανε το λάθος να μας κρατήσει εκεί μέσα κλεισμένους. Έτσι, 602 στελέχη που το Κόμμα χρειάστηκε δεκάδες χρόνια για να τα φτιάξει, στην πιο κρίσιμη στιγμή για τη χώρα, που μπορούσαν να βρεθούν λεύτεροι για τη συνέχιση του αγώνα, αχρηστεύτηκαν.”
Άρα, στους εκτελεστές δεν τους παρέδωσε, όπως γράφουν διάφοροι ανιστόρητοι, ο Μεταξάς που είχε πεθάνει 2 χρόνια πριν, πριν καν μπουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα, αλλά το ίδιο το κόμμα τους. Ίσως επειδή τότε οι Ναζί ήταν φίλοι τους, λόγω του συμφώνου Ρίμπεντροπ – Μολότοφ, αλλά και ιδεολογικά ξαδέρφια: εθνικοσοσιαλιστές οι μεν, διεθνοσοσιαλιστές οι δε. Στην Καβάλα, στις 10 Απριλίου 1941, οι κομμουνιστές της πόλης υποδέχθηκαν τους Γερμανούς ως “ελευθερωτές” όπως αναφέρει ο καπνεργάτης και συνδικαλιστής Γιώργος Πέγιος, στο βιβλίο του “Κατοχή – Αφελληνισμός – Εθνική Αντίσταση (1941-1944)”.
Θα μπορούσαν, οι 200, να περάσουν ολόκληρη την Κατοχή ως φυλακισμένοι, και να βγουν στην Απελευθέρωση όπως εκατοντάδες άλλοι σύντροφοί τους. Όμως η μοίρα το θέλησε αλλιώς. Η μοίρα, στην περίπτωσή τους, είχε ονοματεπώνυμο: Μανώλης Σταθάκης. Ήταν ο αρχηγός μιας διμοιρίας Ελασιτών, που 4 μέρες πριν, στις 27 Απριλίου του 1944, σκότωσαν σε ενέδρα κοντά στους Μολάους τον Γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και 3 άνδρες της συνοδείας του. Ήξεραν ότι οι Γερμανοί σε αντίποινα θα σκότωναν αθώους. Περίμεναν όμως ότι θα προέρχονταν από τους κατοίκους των Μολάων, γιατί αυτή ήταν η πρακτική των Γερμανών: να συλλαμβάνουν τυχαίους πολίτες της περιοχής. Όμως η Γερμανική Διοίκηση αποφάσισε τα συγκεκριμένα αντίποινα να έχουν όχι τοπική αλλά πολιτική στόχευση. Και έτσι διάλεξε 200 από τους πιο σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές: τους Ακροναυπλιώτες. Άρα, για να το καταλάβουν όσοι δυσκολεύονται: αυτός που τους κράτησε φυλακισμένους ήταν το κόμμα τους κι αυτός που τους οδήγησε στον θάνατο ήταν ένας κομματικός τους σύντροφος.
Έκανε αντίσταση ο Σταθάκης σκοτώνοντας 4 Γερμανούς; Όχι βέβαια! Δεν ξέρω αν πρόφτασαν οι σύντροφοί του να τον ρωτήσουν αν είχε τύψεις για αυτό που προκάλεσε, πριν αυτοκτονήσει στις 3/3/1949 στην Κορινθία περικυκλωμένος από τον ελληνικό στρατό, αφού στα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν πνιγμένος στη δουλειά, σκοτώνοντας Έλληνες. Τελευταίο του θύμα, όπως μαθαίνουμε από τον Ριζοσπάστη, ήταν η αντάρτισσα Γιαννούλα Γιαννακούρα για να μην πέσει στα χέρια των “μοναρχοφασιστών”, δηλαδή του Ελληνικού Στρατού. Έκανε αντίσταση η ομάδα του καπετάν – Φλωριά σκοτώνοντας τους υπάλληλους του Οργανισμού Ύδρευσης Θεσσαλονίκης που μαζί με έναν Γερμανό χημικό πήγαιναν στο υδραγωγείο για την καθιερωμένη χλωρίωση του νερού, έγκλημα που προκάλεσε τη σφαγή του Χορτιάτη, τη στιγμή (Σεπτέμβριος 1944) που οι Γερμανοί είχαν χάσει τον πόλεμο και ήδη έφευγαν από τη χώρα; Όχι βέβαια! Αν οι υπάλληλοι ενός οργανισμού, που φρόντιζαν να πίνουν καθαρό νερό οι Θεσσαλονικείς, θεωρήθηκαν από το ΚΚΕ “συνεργάτες των Γερμανών”, γιατί δεν ήταν συνεργάτης των Γερμανών ο γερμανομαθής Ναπολέων Σουκατζίδης, δεξί χέρι της διοίκησης του στρατοπέδου του Χαϊδαρίου, τόσο απαραίτητος, που ο Διοικητής του πρότεινε να εξαιρεθεί από τη λίστα των 200 και να πάρει τη θέση του άλλος, αλλά εκείνος, προς τιμήν του, αρνήθηκε;
Η ρετσινιά “δωσίλογος”, “φασίστας” και “συνεργάτης των ναζί” ήταν η “καραμέλα” των φονιάδων της ΟΠΛΑ και του ΕΛΑΣ, για να δικαιολογούν τα εγκλήματά τους. Είναι, ακόμα και σήμερα, η μόνιμη λάσπη που πετάει η αριστερά σε οποιονδήποτε εκφράζει απόψεις όπως ο γράφων. Συνηθισμένοι να προσλαμβάνουν τον κόσμο μοιράζοντας τον σε μανιχαϊκά δίπολα (εργάτης – αφεντικό, καταπιεστής – καταπιεζόμενος, αστός – προλετάριος, προοδευτικός – φασίστας κ.λπ.) αδυνατούν να καταλάβουν πώς μπορεί κάποιος να θεωρεί τον κομμουνισμό και τον ναζισμό εξίσου απεχθή συστήματα!
Θα πρέπει, λοιπόν, κάποια στιγμή να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους, καθώς η μεταπολιτευτική ιδεολογική κυριαρχία του ΚΚΕ και η τρομοκρατία που ασκούν τα τάγματα εφόδου του, στον δρόμο αλλά και στον δημόσιο λόγο, εμποδίζουν την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας: Ελάχιστες ενέργειες του ΕΛΑΣ είχαν πραγματικό στρατηγικό όφελος και αυτές έγιναν με τη συνεργασία ή με την πίεση των Βρετανών. Όταν οι Ελασίτες δρούσαν μόνοι, έκαναν μόνο εγκλήματα. Το μοτίβο τους ήταν ήταν πανομοιότυπο: κρύβονταν πίσω από θάμνους και βράχια, σκότωναν ανυποψίαστους Γερμανούς, συνήθως λιανοφάνταρα, και εξαφανίζονταν αφήνοντας τους κατοίκους της περιοχής ανυπεράσπιστους, ως πρόβατα επί σφαγήν, στην εκδικητική μανία των Γερμανών. Κανένα στρατηγικό ή επιχειρησιακό όφελος δεν είχε αυτή η τακτική. Η συνολική της “παραγωγή” ήταν λίγες εκατοντάδες Γερμανοί νεκροί, σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Αλλά και περισσότεροι να ήταν, θα είχε καμμία σημασία; Από τους 6.800.000 νεκρούς των δυνάμεων του Αξονα, στον Β’ΠΠ, το 0,0001% σκοτώθηκε σε ενέδρες κομμουνιστών στην Ελλάδα. Τρομερή απώλεια! Τα κουνούπια με το πλασμώδιο του Λαβεράν σκότωσαν περισσότερους. Τι στόχο είχε αυτή η δήθεν αντίσταση; Έτσι θα κερδιζόταν ο πόλεμος; Επιπλέον, όλες αυτές οι ομάδες των ατάκτων, για να τραφούν και να εξοπλιστούν, λεηλατούσαν τα λιγοστά υπάρχοντα των χωρικών της περιοχής, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη την επιβίωσή τους. Όμως οι δολοφονίες Γερμανών προκαλούσαν τερατώδη αντίποινα: πάνω από 20.000 πολίτες οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και μεταξύ αυτών, οι 200 της Καισαριανής. Τεράστιος φόρος αίματος, με στρατηγικό αποτέλεσμα ένα ολοστρόγγυλο μηδέν. Εγώ, που δεν τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια για τον κομμουνισμό, αν έπρεπε να διαλέξω, θα προτιμούσα να ζούσαν οι 200 της Καισαριανής, κι ας ζούσε και ένας 55άρης παροπλισμένος Γερμανός διαχειριστής προμηθειών με τον βαθμό του υποστρατήγου (δεν ήταν δα κι ο Γκουντέριαν) και οι 3 φαντάροι της συνοδείας του. Εσύ, σύντροφε, τι θα προτιμούσες;
Ο Άγις Στίνας, πολιτικό στέλεχος του ίδιου του ΚΚΕ, στο βιβλίο του “ΕΑΜ – ΕΛΑΣ – ΟΠΛΑ” είναι αφοπλιστικά ειλικρινής:
“Το ΕΑΜ χαρακτηρίζει τον πόλεμο που επανέφερε στη χώρα “εθνικοαπελευθερωτικό” και επικαλείται τις απόψεις του Λένιν για το εθνικό ζήτημα και τους εθνικοαπελευθερωτικοΰς πολέμους. Πρόκειται για απάτη.”
“Εμείς δεν είχαμε θύματα, τον ηρωισμό μας τον πλήρωναν άλλοι, εμείς χτυπάγαμε και πηγαίναμε στα βουνά”.
“Η αληθινή αντίσταση γινόταν στις πόλεις και όχι στα βουνά”.
Ο Στίνας θέτει και ένα άλλο ερώτημα, που θα έπρεπε να προβληματίσει κάθε γνήσιο κομμουνιστή: εφόσον οι προλετάριοι όλων των λαών δεν έχουν να χωρίσουν τίποτε, κι εφόσον ο πραγματικός εχθρός είναι τα ταξικά αφεντικά, προς τι αυτό το εθνικιστικό μίσος για απομονωμένους Γερμανούς στρατιώτες που περνούσαν με μια μοτοσικλέτα από έναν επαρχιακό δρόμο; Αυτοί δεν ήταν προλετάριοι; Γιατί το ΚΚΕ στην Μικρασιατική Εκστρατεία υπονόμευε συνεχώς τον Ελληνικό Στρατό λέγοντας, με κάθε τρόπο, “Τούρκοι προλετάριοι είστε αδέρφια μας, είμαστε μαζί σας και θέλουμε να ηττηθεί ο τσιφλικάδικος στρατός της Ελλάδας” και στην Κατοχή δεν έκανε το ίδιο; Μήπως επειδή η ΕΣΣΔ είχε χτίσει έναν καινούργιο εθνικισμό, και γι’ αυτό οι σταλινικοί του ΚΚΕ σκότωναν με λύσσα τους διεθνιστές πρώην συντρόφους τους;
Υπήρχαν στη χώρα περιοχές που δεν γνώρισαν αυτήν την κτηνωδία των αρχών κατοχή; Βεβαίως, εκεί που δεν υπήρχαν αντάρτες. Μια απ’ αυτές ήταν η Κέρκυρα. Όταν μετά τη συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο, οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κέρκυρα, είπαν στον πληθυσμό: “Μπορείτε να κάνετε ό,τι νομίζετε για την επιβίωση σας, αλλά μην πειράξετε το στρατό μας και τις εγκαταστάσεις του.” Δεν τις πείραξαν και δεν πείραξαν και αυτοί κανέναν.
Θα μπορούσαν οι “αντάρτες”, αν ήθελαν να προσφέρουν πραγματικά στη νίκη, να πάνε στην Αίγυπτο, για να συνεχίσουν αλλού τον πόλεμο, όπως η ηρωική “Ταξιαρχία Ρίμινι”. Όμως και εκεί, όσοι πήγαν φρόντισαν να στασιάσουν και να προκαλέσουν τοπικό εμφύλιο. Η “Στάση του Ναυτικού” είναι μια από τις πιο εξευτελιστικές για τη χώρα μας σελίδες της ιστορίας του Β’ΠΠ.
Βέβαια, για το ίδιο το ΚΚΕ, αυτές οι εκατόμβες ήταν ακριβώς ό,τι επεδίωκε. Διάλεγε πού θα χτυπήσει. Έστηνε τις ενέδρες κοντά σε χωριά στα οποία τα σχέδιά του για τη “Βαλκανική Ομοσπονδία των εργατοαγροτικών Δημοκρατιών” δεν είχαν και μεγάλη πέραση. Κι έτσι κατάφερνε μ’ έναν σμπάρο 4 τρυγόνια:
α) Να εκτελούνται πολλοί εθνικόφρονες ή απλώς ουδέτεροι Έλληνες και να τρομοκρατούνται οι άλλοι στις περιοχές στις οποίες οι “απαλλοτριωτές” του λαϊκού στρατού, κοινώς κατσαπλιάδες, πήγαιναν για να αρπάξουν χρήματα και τρόφιμα. Αν δεν μας δώσετε, θα στήσουμε ενέδρα έξω από το χωριό σας, θα σκοτώσουμε κανέναν περαστικό Γερμανό, και για αντίποινα θα σας εκτελέσουν και θα σας κάψουν τα σπίτια. Τι προτιμάτε;
β) Να στρατολογούν διά της βίας στις τάξεις τους όσους κατάφερναν να φύγουν στα βουνά για να γλυτώσουν. Ο Μάρκος Βαφειάδης αναφέρει σε γράμμα του στο Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ (Επίσημα κείμενα ΚΚΕ, τόμος 6 σελίδα 482) πώς από τα μέσα του 1947 μέχρι την ήττα το 1949, οι εθελοντές στον στρατό των ανταρτών δεν έφταναν ούτε το 10%. Ουσιαστικά η στρατολόγηση γινόταν αποκλειστικά διά της βίας, με την απειλή της εκτέλεσης!
γ) Να προπονούνται γι’ αυτό που ετοίμαζαν μετά την αποχώρηση των Γερμανών, όταν τουλάχιστον 40.000 αθώοι φιλήσυχοι πολίτες, ανάμεσά τους ηλικιωμένοι, γυναίκες και μικρά παιδιά σφαγιάστηκαν με φρικτό τρόπο από τους θιασώτες του “ανώτερου” σοσιαλιστικού ανθρώπου.
δ) Να πουλάνε τζάμπα ηρωισμό και δήθεν αντίσταση στον κατακτητή, που στηρίζει το αφήγημα των επιγόνων τους μέχρι σήμερα.
Δύο περίπου μήνες πριν την Καισαριανή, στις 24/2/1944, στις Βίγλες Μεγαλόπολης, 212 αθώοι πολίτες εκτελέσθηκαν ως αντίποινα των Γερμανών για μια ακόμη ενέδρα του ΕΛΑΣ του τύπου “παραφυλάμε – σκοτώνουμε – εξαφανιζόμαστε”. 317 εκτελέστηκαν στο Κομμένο της Άρτας στις 16 Αυγούστου 1943, πάνω από 500 στη Βιάννο της Κρήτης στις 14-16 Σεπτεμβρίου 1943, 693 στα Καλάβρυτα στις 13 Δεκεμβρίου 1943, 115 στη Δράκεια του Πηλίου στις 18 Δεκεμβρίου 1943, 270 στην Κλεισούρα της Καστοριάς στις 5 Απριλίου 1944, 327 στους Πύργους της Κοζάνης στις 23 & 24 Απριλίου του 1944, 228 στο Δίστομο στις 10 Ιουνίου 1944, 146 στον Χορτιάτη στις 2 Σεπτεμβρίου 1944. Όλοι ως αντίποινα της ίδιας “πατέντας”. Κι αυτοί βάδισαν με το κεφάλι ψηλά προς τον θάνατο, κι αυτοί άφησαν σημειώματα με τα τελευταία τους λόγια. Αλλά γι’ αυτούς δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτε. Δεν ήταν ΚΚΕ, γι΄ αυτό είναι εκτελεσμένοι ενός κατώτερου θεού.
Όσο οι πολίτες της μεγάλης Πατρίδας, της Σοβιετικής Ένωσης, έπνιγαν τη χώρα σ΄ αυτό το λουτρό αίματος, κάποιοι άλλοι έκαναν πραγματική αντίσταση. Φυγάδευαν άνδρες στα ενεργά ακόμα μέτωπα του πολέμου, έκρυβαν Εβραίους στα σπίτια τους για να τους γλυτώσουν από τα στρατόπεδα, κάλυπταν Άγγλους κατασκόπους, τύπωναν εφημερίδες για να εμψυχώσουν τους υπόδουλους, υπέκλεπταν στρατηγικές πληροφορίες για τα σχέδια των Γερμανών και τις έστελναν στους Συμμάχους, έκαναν δολιοφθορές στην πολεμική μηχανή των Ναζί, έριχναν αεροπλάνα, ανατίναζαν υποβρύχια. Εκατοντάδες ήρωες, που την αποφασιστική για την έκβαση του πολέμου δράση τους, την πλήρωσαν με τη δική τους ζωή, όχι των κατοίκων των διπλανών χωριών.
Και ενώ τα έκαναν όλα αυτά, έπρεπε να αντιμετωπίσουν, εκτός από τους Γερμανούς, και τους Κομμουνιστές, μόνιμα εχθρικούς σε οτιδήποτε δεν ήλεγχαν. Το ΚΚΕ είχε ξεκινήσει τον εμφύλιο πολύ νωρίτερα. Οι αρχικές εντάσεις, από τις πρώτες μέρες του “αντάρτικου”, το φθινόπωρο του 1943 και μετά πήραν τη μορφή ένοπλης σύρραξης, με εν ψυχρώ εκτελέσεις μη κομμουνιστών Ελλήνων αντιστασιακών, όπως του συνταγματάρχη Ψαρρού και των 66 συναγωνιστών του. Αλλά και σε επίπεδο προπαγάνδας, το ΚΚΕ είχε την ίδια στάση. Όταν η ΠΕΑΝ, η οργάνωση του Κώστα Περρίκου (εκτελέστηκε στις 4/2/1943 στην Καισαριανή) ανατίναξε στις 20/9/1942 τα γραφεία της φιλοναζιστικής οργάνωσης ΕΣΠΟ (τη βόμβα μετέφερε η Ιουλία Μπίμπα που αποκεφαλίσθηκε στις 26/2/1943 στη Βιέννη, στη γκιλοτίνα), το ΚΚΕ χαρακτήρισε την ενέργεια “προβοκάτσια της Γκεστάπο”. Μόνο όταν ο ραδιοφωνικός σταθμός της Μόσχας αναφέρθηκε στην ανατίναξη ως κορυφαία πράξη αντίστασης κατά των δυνάμεων κατοχής, το ΚΚΕ άλλαξε τροπάριο, και επέρριψε την ευθύνη για την προηγούμενη θέση του σε ένα από τα στελέχη του, τον Νίκο Καρβούνη (στιχουργό του “Βροντάει ο Όλυμπος”), κατηγορώντας τον εκείνον ως… όργανο της Γκεστάπο! Ο συνεργάτης του Περρίκου, Νίκος Λάζαρης, που έφυγε στα βουνά για να γλυτώσει την εκτέλεση από τους Γερμανούς, εκτελέστηκε το 1944 από την ΟΠΛΑ (Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα), το σώμα δολοφόνων που είχε συστήσει το ΚΚΕ.
“Ημεδαπούς κατακτητές” χαρακτήριζε τους κομμουνιστές ο κεντρώος Θεμιστοκλής Σοφούλης. Η γνώμη του έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς ήταν ο πιο μετριοπαθής πολιτικός εκείνης της περιόδου, διατηρούσε καλές σχέσεις με το ΚΚΕ, και είχε έρθει σε συμφωνία μαζί του (σύμφωνο Σοφούλη – Σκλάβαινα) για να σχηματίσει κυβέρνηση με τη στήριξη του ΚΚΕ τον Φεβρουάριο του 1936. Έγραφε σε επιστολή του στις 18 Ιανουαρίου 1944 προς τον Βύρωνα Καραπαναγιώτη, υπουργό Στρατιωτικών της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης: “Η Ελλάς στενάζει σήμερον υπό την πίεσιν διττής κατακτήσεως του αλλοδαπού εχθρού και του ημεδαπού κατακτητού, ο οποίος εν ονόματι της ελευθερίας, κατεργάζεται και αυτός την υποδούλωσιν της Ελλάδος διά πυρός και σιδήρου. Εις την συνείδησιν του Λαού και κατ’ εξοχήν του Λαού της υπαίθρου χώρας, εμφανίζεται πλέον το ΕΑΜ ως μία μεγάλη πληγή διά το παρόν και ως φορεύς μεγαλυτέρων κινδύνων διά το μέλλον.”
Θα μπορούσαμε όλα αυτά να τα ξεχάσουμε. Να απασχολούν μόνο τους ιστορικούς και τους μεταπτυχιακούς ερευνητές. Να καθόμαστε όλοι στο ίδιο τραπέζι και να φιλοσοφούμε για όσους έφυγαν “γελαστοί και γελασμένοι”, για τη μοίρα μας ως αθύρματα στα χέρια των δυνατών της γης, για τις αυταπάτες όσων θέλουν να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο ενεργοποιώντας τα χειρότερα ένστικτα του ανθρώπου. Και να τραγουδήσουμε το “Επέσατε θύματα αδέλφια εσείς σε άνιση μάχη κι αγώνα”, που έχει και ωραία υποβλητική μελωδία, για όλους όσους άρπαξε ψηλά ο ανεμοστρόβιλος εκείνων των δύσκολων καιρών, για να τους συντρίψει λίγο αργότερα πετώντας τους στο έδαφος.
Με μία προϋπόθεση: όπως συμφωνούμε στο ότι ο ναζισμός είναι εγκληματικός και ως θεωρία και ως πράξη, να συμφωνήσουμε στο ότι και ο κομμουνισμός είναι το ίδιο. Όπως δεν υπάρχουν νοσταλγοί του Χίτλερ, να μην υπάρχουν νοσταλγοί του Στάλιν. Και αν, παρ’ ελπίδα, υπάρχουν, του ενός ή και των δύο, να συμφωνήσουμε ότι δεν έχουν καμμία θέση στο δημόσιο λόγο και, πολύ περισσότερο, στην πολιτική ζωή. Να αποδεχθούμε το αυτονόητο: ότι αν μια ομάδα ανθρώπων απεργάζεται την κατάλυση της δημοκρατίας και την επιβολή ολοκληρωτισμού, είτε είναι κόκκινος είτε μαύρος, είτε ροζ πουά, είναι εγκληματική συμμορία και η θέση της είναι στη φυλακή. Όσο ανεχόμαστε κόμματα που νοσταλγούν εκείνες τις σκοτεινές μέρες και εύχονται να ξανάρθουν, όσο κρατικοδίαιτοι άεργοι πολιτικοί σαλπίζουν “ανειρήνευτη πάλη με τον ταξικό εχθρό”, το να ξέρουμε αν κάποιοι νεκροί της Κατοχής ήταν ήρωες ή όχι, είναι πιο σημαντικό και πιο επίκαιρο απ’ όσο φαίνεται, 80 χρόνια μετά. Διότι αφορά την Παιδεία, δηλαδή το μέλλον μας. Οι ήρωες ζουν παιδευτικά στη συλλογική μας μνήμη. Διαμορφώνουν τα πρότυπά μας. Δείχνουν τον δρόμο στις νέες γενιές. Και αυτός δεν μπορεί να είναι ο δρόμος της δικτατορίας, είτε του προλεταριάτου, που πίστευαν οι 200 εκτελεσμένοι της Καισαριανής, είτε του φυρεριάτου, που πίστευαν οι 29 ανατιναγμένοι της ΕΣΠΟ.
Θα είναι ο δρόμος της Δημοκρατίας, με όλα τα κουσούρια της, τα οποία όλοι θα αγωνιζόμαστε να διορθώνουμε, ο δρόμος που περιέγραφε ο εθνικός ήρωας Κώστας Περρίκος στο τελευταίο του γράμμα: “Εγκαταλείπω τον κόσμο χωρίς μίση και κακίες. Αγωνίσθηκα για την πατρίδα μου. Για την δικιά τους πατρίδα αγωνίζονται κι εκείνοι οι οποίοι με καταδίκασαν. Θα ήθελα το αίμα μου να μην μας χωρίσει αλλά να μας ενώσει στο μέλλον με τους σημερινούς αντιπάλους.”
Βρείτε μου έναν κομμουνιστή που να ευχήθηκε το ίδιο.
* Ο Θάνος Τζήμερος είναι επιχειρηματίας, πρώην πρόεδρος της “Δημιουργίας Ξανά”

